Μία μητέρα, εζήτησε από τον πατέρα Γερβάσιο Παρασκευόπουλο, να βοηθήσει την κόρη της, η οποία είχε προσβληθή από δαιμόνιο.
Πράγματι, ο Άγιος Γέροντας, μετά από μία πολυήμερη νηστεία και προσευχή, τους επισκέφθηκε και εκτύπησε την πόρτα του σπιτιού.
Μία μητέρα, εζήτησε από τον πατέρα Γερβάσιο Παρασκευόπουλο, να βοηθήσει την κόρη της, η οποία είχε προσβληθή από δαιμόνιο.
Πράγματι, ο Άγιος Γέροντας, μετά από μία πολυήμερη νηστεία και προσευχή, τους επισκέφθηκε και εκτύπησε την πόρτα του σπιτιού.
Αν θέλεις να μην ξεπέσεις από την Αγάπη του Θεού, μήτε τον αδελφό να αφήσεις να κοιμηθή στενοχωρημένος από σένα, μήτε εσύ να κοιμηθής στενοχωρημένος εναντίον του. Συμφιλιώσου με τον αδελφό σου και τότε πήγαινε και πρόσφερε στο Χριστό, με καθαρή συνείδηση, το δώρο της Αγάπης, με ένθερμη προσευχή!
Eκείνος που κατηγορεί και κρίνει τον αδελφό του, κατηγορεί και κρίνει τον Θείο Νόμο, και ο Νόμος του Χριστού είναι η Αγάπη! Δεν ξεπέφτει από την Αγάπη του Χριστού εκείνος που καταλαλεί; Δεν προξενεί ο ίδιος στον εαυτό του την αιώνια κόλαση;
Μην παραδώσεις την ακοή σου, στους λόγους όποιου καταλαλεί, ούτε τους δικούς σου λόγους στην ακοή ενός φιλοκατηγόρου, μιλώντας ή ακούγοντας με ευχαρίστηση κατά του πλησίον σου, γιά να μη χάσεις την Θεία Αγάπη και βρεθής απόκληρος από την Αιώνια Ζωή!
Κάποιος ερώτησε τον Γέροντα Ευμένιο:
«Γέροντα έχετε δει τον Θεόν;».
Και ο Γέροντας απάντησε ως εξής:
«Τον Θεόν;
Δηλαδή, πρέπει να δούμε τον Θεόν;
Αφού αισθανόμασθε ότι είμασθε του Θεού! Τί μεγαλύτερο πράγμα θέλουμε;;
1. Ας προσπαθήσωμε με πόθο, να πιούμε το πνευματικό και Θεϊκό κρασί, και να μεθύσωμε με νηφάλια μέθη, ώστε, όπως εκείνοι που πίνουν πολύ κρασί και λένε ύστερα πολλά λόγια, έτσι και εμείς, αφού πιούμε χορταστικά από το πνευματικό αυτό κρασί, να διηγούμεθα τα Θεία Μυστήρια! «Καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον» (Ψαλμ.ΚΒ΄5')!!!
2. Πτωχή «τω πνεύματι», είναι εκείνη η ψυχή, που γνωρίζει καλά τα τραύματά της και το σκοτάδι των παθών που την περικυκλώνει, και ζητάει συνεχώς τη λύτρωση από τον Κύριο. Διότι, επειδή δεν ευχαριστείται στα τραύματα και τους μώλωπες των παθών της και δεν δικαιολογεί τα σφάλματά της, ο Κύριος έρχεται και τη γιατρεύει και της αποκαθιστά το κάλλος της! Αυτή η ψυχή είναι μακάρια! Αλλοίμονο, όμως, σε εκείνη την ψυχή που δεν έχει συναίσθηση των τραυμάτων της... Αυτή την ψυχή, ο Αγαθός Ιατρός, δεν την θεραπεύει, διότι δεν Τον αναζητά, νομίζοντας ότι είναι υγιής. Λέει, λοιπόν, ο Κύριος: «Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ὑγιαίνοντες ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες » (Λουκ.Ε΄31΄)!!!
<<Ποιόν αδικώ (λέει ο πλούσιος), προστατεύοντας αυτά που μου ανήκουν;
Πες μου λοιπόν (πλούσιε), τί σου ανήκει;
Από πού τα πήρες και τα έφερες στη ζωή σου;
Δεν ήλθες στον κόσμο γυμνός; Γυμνός δεν θα επιστρέψεις στη γη;
Πού τα ευρήκες αυτά που έχεις τώρα; Αν πιστεύεις ότι στα χάρισε η τύχη, είσαι άθεος, διότι δεν αναγνωρίζεις τον Δημιουργό, δεν νοιώθεις ευγνωμοσύνη εις Αυτόν που στα έδωσε· αν όμως παραδέχεσαι ότι προέρχονται από τον Θεόν, πες μου γιά ποιό λόγο στα έδωσε;
Μήπως είναι άδικος ο Θεός και μοιράζει άνισα τα απαραίτητα γιά τη ζωή;
ΣΥΓΛΟΝΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ, ΔΥΟ ΤΟΥΡΚΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ!!
Ένας Γέροντας είπε:
«Εις εκείνον τον αδελφό, ο οποίος μετανοεί, αρμόζει να πράξει τα εξής:
- Να ζήσει μόνος!
- Να έχει φροντίδα γιά την ψυχή του!
- Να πενθεί γιά τις αμαρτίες του!
- Να μην έχει μέριμνα γιά τα πράγματα αυτού του κόσμου!
<<O Φωτεινός Μουρελάτος, από τα Χαυδάτα, επήγε εις το Ληξούρι και αγόρασε ψάρια μαζί με άλλους χωρικούς. Την ώρα που του έβαζε ο ψαράς τα ψάρια, ευρήκε αυτός την ευκαιρία και επήρε κρυφά μιά χεριά ψάρια και τα έβαλε με τ’ άλλα τα πληρωμένα, εις το μανδήλιόν του και έτσι εξεκίνησε διά το χωριό του, παρέα με τους άλλους συγχωριανούς του.
Στην διαδρομή της επιστροφής, τα ψάρια του, εβρώμισαν και ερωτούσε τους άλλους εάν μύριζαν και τα ιδικά τους, αλλά αυτοί του απήντησαν ότι, τα ψάρια τους μοσχοβολούσαν.
-Άκουσε γέρου συμβουλή και παθημένου γνώμη!
-Αν παίζεις με το γάιδαρο, δέξου και τις κλωτσιές του!
-Άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες!
-Θρέψε λύκο το χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι!
-Κάνε με σοφό, να σε κάνω πλούσιο!
Ενδιαφέρον video, που αξίζει κάποιος να παρακολουθήσει, και αναφέρεται εις την σύγχρονη μεγάλη ασκήτρια της Κλεισούρας, η οποία πρόσφατα αναγνωρίσθηκε Αγία, την περίφημη, «Αγία Σοφία της Κλεισούρας», που εορτάζει την 6ην Μαΐου!
<<Τον παλαιόν καιρόν, αδελφοί μου, ο μισόκαλος διάβολος έβγαλεν όλας του τας κακίας και παρεκίνει τους ανθρώπους να υπερηφανεύωνται, να φονεύωνται, να πορνεύουν, να μοιχεύουν, να κάμνουν πράγματα τα οποία δεν τα έκαμνον μήτε τα άλογα ζώα, και το χειρότερον, επροσκυνούσαν διά Θεόν, άλλος τον ήλιον, άλλος την σελήνην, άλλος την θάλασσαν…
Πριν από τον κατακλυσμόν ο Θεός, επρόσταξε τον Νώε να κάμη ένα καράβι επάνω εις την γην, διά να προβληματισθούν οι άνθρωποι (μήπως και μετανοήσουν) και να τον ερωτούν:
«Διατί το κάμνεις;».
Και να τους λέγη ότι:
«Ο Θεός θα χαλάσει τον κόσμον».
Αυτοί, όμως, αντί να μετανοήσουν τον περιγελούσαν.
Ήρχισεν ο Νώε το καράβι.
Τον ερωτούσαν οι άνθρωποι:
<<Ω, αν βλέπατε τον διάβολο πώς κινείται… Δεν τον έχετε δει, γι’ αυτό δεν καταλαβαίνετε μερικά πράγματα... Κάνει το πάν, γιά να μην βοηθηθή ο άνθρωπος… Το έχω παρατηρήσει στο Καλύβι, όταν συζητώ με προσκυνητές.
Μόλις φθάσω ακριβώς στο σημείο που θέλω, στο πιο ευαίσθητο, γιά να βοηθήσω αυτούς που με ακούνε, τότε, ή κάποιος θόρυβος γίνεται ή έρχονται άλλοι και διακόπτω. Τους βάζει προηγουμένως ο διάβολος να χαζεύουν απέναντι την Σκήτη ή να βλέπουν κάτι, και «κανονίζει» να έλθουν στο πιο λεπτό σημείο της συζητήσεως, γιά να αλλάξω θέμα και να μην υπάρξει όφελος... Διότι, όταν αρχίσει η συζήτηση, ξέρει ο διάβολος που θα καταλήξει και επειδή βλέπει, ότι θα πάθη ζημιά, στέλνει κάποιον ακριβώς στο πιο ευαίσθητο σημείο, γιά να με διακόψει.
«Έ, Πάτερ, από που να μπούμε;», φωνάζει.
«Πάρτε λουκούμια και νερό, και ελάτε από εκεί», τους λέω.
<<Ήλθε ένας Πρωτοδίκης και μου λέει:
«Έχω τώρα μία εβδομάδα, πού εξέδωσα ένα συγκεκριμένο διαζύγιο».
«Για ποιό λόγο;», τον ερωτώ.
«Γιατί, είχαν καμιά δεκαπενταριά μέρες ένα ανδρόγυνο πού παντρεύθηκε, και ήθελε η γυναίκα κάτι κεφτεδάκια να κάνει· και είπε ο άνδρας της: “κάνε και αυτό”. Διαφώνησαν, λοιπόν, και τελικά χώρισαν».
«Δε μου λες; Πήγαιναν στην Εκκλησία;», τον ξαναρωτώ.
«Όχι, γέροντα».
<<Το έτος 1921, μετέβαινα ατμοπλοϊκώς στον Βόλο, προς επίσκεψη πνευματικών μου αδελφών. Μεταξύ των επιβατών, ήταν και δύο ομογενείς από την Αμερική, που γύριζαν στην πατρίδα τους. Ο νεώτερος ήταν Κεφαλλονίτης και ο μεγαλύτερος καταγόταν από κάποιο χωριό του Πηλίου. Το βράδυ, στο σαλόνι του πλοίου, πιάσαμε συζήτηση μαζί με άλλους επιβάτες και τους μίλησα ανάμεσα στα άλλα, και γιά την μεγάλη αμαρτία της βλασφημίας του Κυρίου, της Παναγίας και των Αγίων.
Οι περισσότεροι άκουγαν με ευλάβεια και ενδιαφέρον αυτά που τους έλεγα. Δύο-τρεις όμως από τους ακροατές, δυσανασχέτησαν και άρχισαν να λένε ότι, όσα τους λέω είναι γιά να τους φοβίσω, γιά να μην βλασφημάνε, και καλά είναι βέβαια αυτά που τους λέω, αλλά είμαι υπερβολικός και δεν λέω αλήθεια.
Τότε σηκώθηκε όρθιος ο νεαρός Κεφαλλονίτης και με θάρρος τους είπε:
«Θα σας διηγηθώ ένα περιστατικό που το είδα με τα μάτια μου!
Αν θέλετε πιστέψτε το...
Ο Άγιος Παναγής o Μπασιάς, κάποτε ελειτουργούσε εις τον Ιερόν Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου Τυπαλδάτων. Μιά νύκτα, ένας ασθενής από τα Χαυδάτα, εζήτησε να μεταλάβη και κάποιος συγγενής του, επήγε να φέρη τον Άγιον γέροντα.
<<Ο Γέροντας Σιλουανός ο Αθωνίτης, εφρόντιζε ακόμη και γιά τα φυτά. Πίστευε, πως κάθε κακομεταχείριση που τα βλάπτει, είναι αντίθετη με τη διδαχή της Θείας Χάριτος!
Θυμάμαι (ένα περιστατικό), μία φορά που εβάδιζα μαζί του το μονοπάτι, που οδηγούσε από τη Μονή στο καλύβι στο οποίο πέρασα ένα έτος. Αυτή η καλύβα απέχει περίπου ένα χιλιόμετρο από το Μοναστήρι. Ο Γέροντας ερχόταν, να δει την κατοικία μου. Κρατούσαμε ραβδιά, όπως συνηθίζεται στις ορεινές περιοχές. Και στις δύο πλευρές από το μονοπάτι φύτρωναν αραιά ψηλά αγριόχορτα. Με τη σκέψη, να μην αφήσω τα χόρτα να κλείσουν το μονοπάτι, χτύπησα με το ραβδί ένα βλαστό στην κορυφή του, ώστε να εμποδίσω την ωρίμανση των σπόρων. Η χειρονομία μου αυτή, φάνηκε βάναυση στο Γέροντα και κούνησε ελαφρά με αμηχανία το κεφάλι του... Κατάλαβα τί σήμαινε αυτό και ντράπηκα...
Ο Γέροντας Σιλουανός έλεγε, πως το Πνεύμα του Θεού διδάσκει τη συμπόνοια γιά όλη την Κτίση, ώστε να μην κόβουμε ούτε τα φύλλα του δένδρου «χωρίς ανάγκη». «Να, ένα πράσινο φύλλο πάνω στο δένδρο, και εσύ το έκοψες χωρίς ανάγκη. Αν και δεν είναι αμαρτία, πώς να το πω, προκαλεί οίκτο. Η καρδιά που έμαθε να αγαπά, λυπάται όλη την Κτίση»!!