«Όταν ενθυμούμαι τον θάνατον, καταπατώ την αλαζονεία μου και κατανοώ ότι, δεν είμαι τίποτε»!!
Άγιος Δανιήλ Κατουνακιώτης (1846-1929).
«Όταν ενθυμούμαι τον θάνατον, καταπατώ την αλαζονεία μου και κατανοώ ότι, δεν είμαι τίποτε»!!
Άγιος Δανιήλ Κατουνακιώτης (1846-1929).
«Ο άνδρας, αδελφοί μου, εγέννησε την γυναίκα από την πλευρά του, χωρίς γυναίκα, και μετά πάλιν έγινε γερός. Εδανείσθη η γυναίκα την πλευράν από τον άνδρα και την εχρωστούσε. Εγεννήθησαν ωσάν τα άστρα του ουρανού γυναίκες εις τον Κόσμον, αλλά δεν εφάνη καμμία αξία να γεννήση άνδρα, να πληρώση την πλευράν οπού εχρεωστούσε, παρά η Δέσποινα Θεοτόκος, οπού ηξιώθη διά την καθαρότητά Της και εγέννησε τον γλυκύτατον Χριστόν εκ Πνεύματος Αγίου, χωρίς άνδρα, παρθένος, και πάλιν έμεινε παρθένος, και επλήρωσεν Εκείνη την πλευράν του Αδάμ!
Μία μητέρα, θέλησε κάποτε να διδάξει στο παιδί της ότι, ο κακός φίλος μπορεί να συμπαρασύρει, πολλές φορές, ακόμα και μία ολόκληρη παρέα στο κακό.
Γιά το σκοπό αυτό, τοποθέτησε στο κοφίνι με τα λαχταριστά μήλα, τα οποία λάτρευε ο γιός της και γευόταν καθημερινά, ένα και μοναδικό σάπιο μήλο. Το αποτέλεσμα ήταν, μετά από λίγο, να αρχίσουν να σαπίζουν, ένα προς ένα, όλα τα υπόλοιπα όμορφα και λαχταριστά μήλα. Ο γιός τότε, με απορία, λέει στην μητέρα του:
ΙΩΣΗΦΙΝΑ ΤΣΟΡΜΠΑΝΤΖΙΔΟΥ (1980-2006)
Η Ιωσηφίνα γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1980, ημέρα που η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη του Οσίου Νικολάου του Πλανά, του οποίου πολύ αγαπούσε να διαβάζει τον βίο.
Κατά την βάπτισή της πήρε το όνομα του μνήστορος Ιωσήφ. Από την ηλικία των τριάμισι ετών, άρχισαν να εκδηλώνονται τα συμπτώματα της ασθενείας «Μυοδυστροφία» με τα ακόλουθα αποτελέσματα: Έπεφτε πολύ εύκολα κάτω, δεν μπορούσε να ανέβη σκάλες, ένα πετραδάκι που ευρίσκετο στα πόδια της ήταν ικανό να την ρίξει κάτω. Και όμως, ποτέ δεν έκλαιγε όταν έπεφτε! Σχεδόν πάντα, κατά την πτώση, χτυπούσε πρώτα τα γόνατα και αμέσως μετά το κεφάλι της, γιατί ήταν βαρύ και δεν μπορούσε να το συγκρατήσει.
Στην ηλικία των πεντέμισι ετών, σταμάτησε να περπατάει. Έτσι, σαν παιδί, δεν έτρεξε, δεν έπαιξε μ’ άλλα παιδιά, και όμως από μικρή είχε μία πηγαία καλωσύνη και ένα αυθόρμητο χαμόγελο!
Στο Δημοτικό σχολείο, την πήγαινε η μητέρα της σχεδόν αγκαλιά στις πρώτες τάξεις. Μετά συνέχισε Γυμνάσιο στο ΕΛΕΠΑΑΠ (Ελληνική Εταιρεία Προστασίας και Αποκαταστάσεως Αναπήρων Παίδων) και συνέχισε σε Νυκτερινό Λύκειο. Αναπηρικό καρότσι χρησιμοποιούσε, από την ηλικία των δώδεκα ετών. Όταν διάβαζε, γυρνούσε τις σελίδες των βιβλίων μ’ ένα μολύβι. Όταν καθόταν στο καρότσι, ακουμπούσε το κεφάλι της σε μιά προέκταση που υπήρχε πίσω από την πλάτη της, επειδή το κεφάλι της ήταν βαρύ και επειδή είχε μία κλίση προς τα πίσω. Όταν της έφερναν το σώμα της μπροστά, γιά να ξεκουράζεται, αυτό στηριζόταν σε μία ζώνη.
Να πώς την θυμάται μία καθηγήτρια της από το Λύκειο:
«Συνάντησα την Ιωσηφίνα στην Α’ Λυκείου. Πάντα, ήταν με ένα καλό λόγο γιά όλους, με απέραντη καλωσύνη και ένα γλυκό χαμόγελο. Μπορούσε να γράφει, μόλις μετά βίας σέρνοντας το χεράκι της. Ποτέ όμως δεν επικαλέσθηκε την φυσική της αδυναμία, γιά να αποφύγει τις σχολικές της υποχρεώσεις. Πάντα διαβασμένη, πρώτη μαθήτρια, χωρίς να της χαρίζεται τίποτε! Οι συμμαθητές της την λάτρευαν, το ίδιο και οι Καθηγητές της. Όταν την ερωτούσες, “τί κάνεις;”, η απάντηση ήταν: “Δόξα τω Θεώ, πολύ καλά!”. Την ίδια απάντηση μου έδωσε, και μία ημέρα πριν από το τέλος της, στο Νοσοκομείο»!
Μετά το Λύκειο, συνέχισε στην Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., από όπου επήρε πτυχίο με άριστα και λόγω του ότι ετελείωσε πρώτη, είπε αυτή τον όρκο στις 12/12/2003!
<<Είχα μία εξαδέλφη, της οποίας «έπαθε το μυαλό» και υπέφερε...
Έτσι ήταν γιά τουλάχιστον είκοσι χρόνια, μέχρι που κοιμήθηκε.
Πιστεύσατέ με· την είδα μέσα στα Τάγματα των Αγγέλων· μαζί με τους Αγγέλους υμνολογούσε την Αγία Τριάδα!!
«Η συνήθεια αποτελεί τον καλλίτερον υπηρέτην και το χειρότερο αφεντικό»!!
Δημόκριτος (περ.460 - περ.360 π.Χ.)
1. Δεν είναι μικρός ο
αγώνας που χρειάζεται, γιά να συντρίψωμε το θάνατο. Λέει βέβαια ο Κύριος: «Η Βασιλεία
του Θεού είναι μέσα σας», ευρίσκεται όμως και ο θάνατος μέσα μας, και μας
πολεμάει και μας αιχμαλωτίζει. Αν νικήσωμε σ’ αυτόν τον πόλεμο, θα φύγει κάθε
πόνος, λύπη και στεναγμός, και η έρημος καρδιά θα γεμίσει πηγές υδάτων. Ο
Προφήτης μάς πληροφορεί: «Εγώ θα δώσω νερά σ’ εκείνους, που βαδίζουν στην
κατάξερη έρημο και διψούνε». Και ο Ίδιος ο Κύριος μας λέει: «Όποιος πίνει από τα
νερά, που Εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει στον αιώνα»!!
Όταν ο αββάς Αντώνιος ασκήτευε στην έρημο, έπεσε κάποτε σε ακηδία και σε μεγάλη σύγχυση των λογισμών του, και έλεγε στον Θεόν:
«Κύριε, θέλω να σωθώ, αλλά δεν μ᾿ αφήνουν οι λογισμοί μου. Τί να κάνω με τη θλίψη μου αυτή; Πώς να σωθώ;».
Κάποια στιγμή, λοιπόν, εβγήκε λίγο προς τα έξω και βλέπει κάποιον σαν τον εαυτό του, να κάθεται και να κάνει εργόχειρο. Μετά από λίγο, άφηνε το εργόχειρο, σηκωνόταν και προσευχόταν, και ξανά καθόταν και συνέχιζε να πλέκει το καλάθι του. Ύστερα πάλι σηκωνόταν γιά προσευχή.
Διήγηση του γέροντα Αρσενίου του Σπηλαιώτου (1886-1983), σχετικά με την δύναμη της προσευχής του Οσίου γέροντα Εφραίμ του Κατουνακιώτου (1912-1998):
<<Τα πρώτα χρόνια που γνωρίσαμε τον παπά-Εφραίμ, αγωνιζόταν με πολύ ζήλο στην προσευχή! Μία βραδιά, μάλιστα, έπεσε στο κρεββάτι να ξεκουρασθή λίγο και μετά να σηκωθή γιά αγρυπνία. Οι δαίμονες, οι οποίοι είχαν πολύ φθόνο μέσα τους, αφού η προσευχή του παπά-Εφραίμ ήταν φωτιά, ήλθαν (ολόκληρη λεγεώνα), έξω από το κελλί του και άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί με μία φωνή: «Πόλεμος–πόλεμος…». Νόμιζαν ότι θα τρομάξει.
«Όσοι θέλομε να φύγωμε από την Αίγυπτο (των παθών) και να ελευθερωθούμε από την τυραννία του (νοητού) Φαραώ, έχομε οπωσδήποτε ανάγκη ενός Μωϋσέως, ο οποίος θα είναι μεσίτης μας προς τον Θεόν και οδηγός μας μετά τον Θεόν. Αυτός θα ίσταται μεταξύ της πράξεως και της θεωρίας, και θα υψώνη προς χάριν μας τα χέρια του προς τον Θεόν! Έτσι, καθοδηγούμενοι από αυτόν, θα επιτύχωμε να διαβούμε την θάλασσα των αμαρτημάτων και θα κατατροπώσωμε τον Αμαλήκ των παθών. Εκείνοι που εστηρίχθηκαν στις ιδικές τους δυνάμεις και ενόμισαν πως δεν έχουν ανάγκη από κανέναν οδηγό, οπωσδήποτε απατήθηκαν...
Μία πλούσια κυρία, πνευματικό τέκνο του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου, είχε έναν γιό, ο οποίος δεν πίστευε στον Κύριο. Ο νεαρός αυτός, αγαπούσε πολύ μία κοπέλα, αλλά η μητέρα του δεν την ήθελε. Ερώτησε λοιπόν η μητέρα, τον Γέροντα Πορφύριο, τί γνώμη είχε εκείνος. Ο Γέροντας συμφώνησε με την μητέρα, ότι η κοπέλα αυτή δεν κάνει γιά τον νεαρό, και πρότεινε να ζητήσει στον γιό της να τον επισκεφθή.
Ο γιός όμως, δεν ήθελε να δει τον Γέροντα, ενώ είπε στους γονείς του, ότι θα πήγαινε μαζί με την κοπέλα ένα ταξίδι στην Αγγλία και ότι εκεί θα την αρραβωνιαζόταν. Η μητέρα τότε είπε, ότι θα συμφωνήσει, με την προϋπόθεση ότι όταν θα είναι στην Αγγλία (και πριν πει κάτι στην κοπέλα γιά αρραβωνιάσματα), να πάρει τηλέφωνο τον Γέροντα Πορφύριο και να ζητήσει την ευχή του. Ο νεαρός συμφώνησε και έτσι έκανε.
<<Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά. Τώρα, που ακόμη έχω τας φρένας μου σώας, θέλω να σας πω μερικές συμβουλές:
«Από μικρό παιδί, όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στα βουνά, γιατί ο πατέρας μου είχε πάει στην Αμερική γιά να εργασθή στη διώρυγα του Παναμά γιά εμάς τα παιδιά του, εκεί που έβοσκα τα ζώα, συλλαβιστά διάβαζα το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη, και έκανα πάρα πολλές προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουνα, δώδεκα - δεκαπέντε χρονών, δεν θυμάμαι ακριβώς καλά.
Και θέλοντας να μιμηθώ τον Άγιο, με πολύ αγώνα, έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, και υποτάχθηκα σε δύο Γέροντες αυταδέλφους, Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι, και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι' αυτό, με την ευχή τους, τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεόν και πέρασα πάρα πολύ καλά!
Προ ετών, όταν ο Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης υπηρετούσε ακόμη στην Πολυκλινική Αθηνών, μία ημέρα, καθώς περπατούσε στην περιοχή της Ομόνοιας μαζί με δύο κυρίες, πνευματικά του παιδιά, είδε από απέναντι, να έρχεται μία νεαρή με προκλητική εμφάνιση. Φορούσε το γνωστό ''σούπερ μίνι'', που ήταν της μόδας. Μόλις την αντίκρυσαν, λέει ο Γέροντας:
«Τι λέτε; Τί σκέπτεσθε; Την κατακρίνετε αυτή την κοπέλα;».
«Όχι, Γέροντα», απάντησαν αυτές, γνωρίζοντας τις θέσεις Του.
<<Σήμερα, πολλά παιδιά υποφέρουνε, εξαιτίας της απιστίας και της σκληροκαρδίας των γονέων τους. Θυμάμαι στην Αθήνα ζούσε ένα ανδρόγυνο, που κάλεσε κάποτε έναν γέροντα, ο οποίος είχε Χάρη Θεού, στο σπίτι τους, γιά να δει το τρίχρονο παράλυτο παιδί τους.
Φθάνοντας στο σπίτι ο γέροντας, τράβηξε προς το δωμάτιο της τραπεζαρίας, αγνοώντας τους γονείς, που του έλεγαν ότι το παιδί είναι στο υπνοδωμάτιό του και όχι στην τραπεζαρία. Καθίσανε στην τραπεζαρία και ρωτάει ο γέροντας τον πατέρα:
«Από πότε έχεις να πας στην Εκκλησία;».
Κάποτε, ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, συνάντησε στην έρημο τον διάβολο με τα σύνεργά του και τον ανάγκασε, να του φανερώσει όλες του τις παγίδες.
Του απεκάλυψε, λοιπόν, ο διάβολος τα εξής:
Έλεγε ο αββάς Ησαΐας:
«Αλλοίμονό μου, αλλοίμονό μου, γιατί δεν αγωνίσθηκα γιά τη σωτηρία μου.
Αλλοίμονό μου, αλλοίμονό μου, γιατί δεν αγωνίσθηκα να καθαρίσω τον εαυτό μου, ώστε να είμαι άξιος να γείρει λίγο προς το μέρος μου ο Ελεήμων Θεός.
<< «Επρόσταξεν ο Θεός και έγιναν επτά ημέραι. Πρώτην έκαμε την Κυριακήν και την εκράτησε διά λόγου Του, και τας άλλας εξ, τας εχάρισεν εις ημάς, να εργαζώμεθα διά τα ψεύτικα ταύτα, γήϊνα, και την Κυριακήν να σχολάζωμεν και να πηγαίνωμεν εις τας Εκκλησίας μας να δοξάζωμεν τον Θεόν μας, να ιστάμεθα με ευλάβειαν, ν’ ακούωμεν το Άγιον Ευαγγέλιον και τα λοιπά βιβλία της Εκκλησίας μας! Τί μας παραγγέλλει ο Χριστός μας να κάμνωμεν; Να στοχαζώμεθα τας αμαρτίας μας, τον θάνατον, την κόλασιν, τον Παράδεισον, την ψυχήν μας οπού είναι τιμιωτέρα από όλον τον κόσμον, να τρώγωμεν και να πίνωμεν το αρκετόν μας, ομοίως και τα ρούχα μας τα αρκετά, τον δε επίλοιπον καιρόν να τον εξοδεύωμεν διά την ψυχήν μας, να την κάμνωμεν νύμφην του Χριστού μας, και τότε πρέπει να λεγώμεθα άνθρωποι και επίγειοι άγγελοι. Ει δε και ζητούμεν πώς να τρώγωμεν, πώς να πίνωμεν, πώς να αμαρτάνωμεν, πώς να στολίζωμεν τούτο το βρώμικο σώμα, οπού αύριον θα το φάνε τα σκουλήκια, και όχι διά την ψυχήν οπού είναι αθάνατος, τότε δεν πρέπει να λεγώμεθα άνθρωποι, αλλά ζώα… Λοιπόν, κάμετε το σώμα δούλον της ψυχής και τότε να λέγεσθε άνθρωποι!
Εκείνος που απόκτησε τους καρπούς της αγάπης με το ζήλο του, δεν χωρίζεται από αυτή, ακόμη και αν υποφέρει μύρια κακά. Θα σε πείσει γι’ αυτό, ο Στέφανος ο μαθητής του Χριστού (και οι όμοιοί του μάρτυρες), που προσευχόταν γιά εκείνους που τον εφόνευαν και ζητούσε, ο Θεός να τους συγχωρήσει, επειδή ενεργούσαν έτσι, από άγνοια (Πράξεις Ζ΄60΄)!
Αν ιδίωμα της αγάπης είναι η μακροθυμία και η χρηστότητα (Α΄Κορινθ. ΙΓ΄4΄), τότε εκείνος που οργίζεται και θυμώνει και ενεργεί δόλια, είναι φανερό ότι αποξενώνεται από την αγάπη. Και όποιος είναι ξένος προς την αγάπη, είναι ξένος από τον Θεόν, αφού ο Θεός είναι Αγάπη (Α΄Ιωάνν. Δ΄8΄)!
<< Η Αγία Γραφή γράφθηκε γιά να μας παρουσιάσει ποιός είναι ο Ιησούς Χριστός!
Αλλά, πώς θα μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε την Αγία Γραφή; Δεδομένου ότι, εκεί είναι ο μεγάλος ύφαλος που προσκρούουν οι άνθρωποι.
Ερώτησε ο Κύριός μας τους μαθητές Του:
«Τί λένε οι άνθρωποι για μένα;».
Και απαντούν οι μαθητές Του:
«Άλλος λέει ότι είσαι Προφήτης, άλλος ότι είσαι ο Πρόδρομος που αναστήθηκε (όπως το έλεγε ο Ηρώδης), άλλος τούτο, άλλος εκείνο…».
Και ερώτησε πάλι ο Κύριος:
«Μην έχεις εκτίμηση και εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και την κρίση σου, αλλά να προσκολλάσαι σ’ εκείνον που είναι κατά Θεόν δίκαιος και συμπεριφέρεται σωστά»!!
Όσιος Ποιμήν (340-450).
<< Κάποιος αδελφός, ζήτησε από έναν ευλαβή Γέροντα να πληροφορηθή περί των πνευματικών δακρύων, λέγοντας:
«Πόσο επιθυμεί η ψυχή μου τα δάκρυα, καθώς ακούω τους Γέροντες να ομιλούν γι’ αυτά, αλλά δεν έρχονται και θλίβομαι…».
Και ο Γέροντας του είπε:
«Να προσεύχεσαι γιά όλους, όπως ακριβώς προσεύχεσαι γιά τον εαυτό σου στη δύσκολη ώρα, με την ίδια ειλικρίνεια και παρόμοιο ζήλο και ένταση»!!
Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης (1829-1908).
«Η Παναγία τα οικονομεί όλα, με την μητρική Της αγάπη!! Γι’ αυτό και εγώ της έδωσα ολόκληρο τον εαυτό μου, να τον ορίζει με την Χάρη Της»!!
Οσία Μεθοδία της Κιμώλου (1861-1908)
«Όπως το πυρ εξαφανίζει τα ξύλα που το τρέφουν, έτσι και ο θυμός αφανίζει την ψυχή, που τον διατηρεί»!!
Μ. Φωτίου (810-891), «Ο ηγεμών», 89.