<<Κάποτε, χρόνια πριν, βρέθηκα στο μουσείο Πικάσο του Παρισιού παρέα μ' έναν ηλικιωμένο φίλο φωτογράφο να δω μια έκθεση με προσχέδια του ζωγράφου. Μπαίνοντας στον χώρο της έκθεσης έβγαλα σχεδόν αυτόματα τη φωτογραφική μου μηχανή να φωτογραφίσω κάποια έργα. Ο έμπειρος και σοφός φίλος, μου έπιασε τότε το χέρι και μου είπε αυστηρά:
«Πρώτα θα τα δεις όλα κι αφού τα ζήσεις, θα αποφασίσεις τί θέλεις να φωτογραφίσεις».
Τον υπάκουσα θέλοντας και μη και στο τέλος νομίζω πως δεν φωτογράφισα τίποτα. Όχι επειδή δεν τα έζησα αλλά αντιθέτως, επειδή είχαν όλα καταχωρηθεί στη φωτοθήκη της καρδιάς μου...
Μετά από τόσα χρόνια και την τεχνολογική επανάσταση που σφράγισε την εποχή μας και μας οδηγεί εκεί που θέλει -άραγε πού;-, πριν προλάβουμε να την κατανοήσουμε, να αναρωτηθούμε, να σκεφτούμε και να αποφασίσουμε πώς θέλουμε να τη χρησιμοποιήσουμε εμείς οι ίδιοι για το καλό μας, βρεθήκαμε να μοιραζόμαστε με μυριάδες αγνώστους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναρίθμητες εικόνες και βίντεο σαν φτηνά κηδειόχαρτα της ζωής που δε ζούμε.
-Είδε ο βάτραχος που πεταλώναν τ’ άλογο, σήκωσε κι αυτός το πόδι!
-Τροχός που γυρίζει, σκουριά δεν πιάνει!
-Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν!
-Ο γάϊδαρος βόσκει, εκεί που τον δένουν!
-Ο πηλός αν δεν δαρθή, κεραμίδι δεν γίνεται!
<<Στο Πίσω Λιβάδι της Πάρου, προπαραμονή Δεκαπενταυγούστου 1931, βρίσκονταν τρεις ομάδες ψαράδων, που ψάρευαν τις νύκτες με τα γρι-γρι στο στενό μεταξύ Πάρου και Νάξου.
Εκείνη τη νύκτα, η μία ομάδα έμεινε στο μικρό λιμάνι. Οι ψαράδες το έριξαν στο πιοτό, το πιοτό έφερε το κέφι, και εκείνο παρεξηγήσεις και βαρειές κουβέντες... Ούτε την Θεοτόκο δεν σεβάσθηκαν οι βλάσφημοι… Του κάκου προσπαθούσαν ο Λιμενοφύλακας και ο μαγαζάτορας της ταβέρνας στο μικρό λιμάνι, να τους συγκρατήσουν...
Μέχρι που ξαφνικά, ο ουρανός βάρυνε. Η θάλασσα άρχισε να μουγκρίζει. Σε μισή ώρα το κύμα σηκώθηκε βουνό, παρασύροντας το ψαροκάϊκο και τις βάρκες με τις λάμπες, μέχρι που τις πέταξε σπασμένες στη στεριά…
Κατόπιν, η θάλασσα γαλήνεψε, και ένα καΐκι από τη Νάξο φάνηκε να μπαίνει στο λιμανάκι. Ο καπετάνιος του, απόρησε βλέποντας τα συντρίμμια στη στεριά.
«Πώς έγινε αυτό το κακό;», ερώτησε. «Εγώ ταξίδευα με θάλασσα “γυαλί”».
<<Ω τρισανόητοι, εσείς που έχετε την ιδέα πως είσασθε και άξιοι να γίνετε οδηγοί του Κόσμου…
Γιά λίγα χρόνια, μιάς ζωής, που είναι και αυτά γεμάτα ταραχή, ανησυχία, και απελπισία, γεμάτα πολέμους και εγκλήματα, γι’ αυτές τις λίγες ημέρες, λοιπόν, κάνετε τόση φασαρία, γι’ αυτές φτιάχνετε τόσες θεωρίες, γι’ αυτές πνίγετε στο αίμα την Ανθρωπότητα, γι’ αυτές τις λίγες στιγμές την αφιονίζετε με ένα πλήθος όνειρα γιά ευτυχία, που το τέλος τους θα είναι το τίποτα…
Αληθινά είσασθε τρελλοί, και κακοί τρελλοί, σατανάδες της απάτης…
Ήταν Μεγάλη Τεσσαρακοστή και κάποια Χριστιανή μητέρα θήλαζε το παιδί της, ενώ τηρούσε τη νηστεία της Εκκλησίας μας. Ωστόσο, ο ιατρός, της είπε να τρώει από όλα, διότι θηλάζει. Επίσης της είπε ότι, η κατάλυση της νηστείας στην περίπτωση της δεν είναι αμαρτία…
Η μητέρα υπάκουσε και σε μία εβδομάδα στέρεψε το γάλα της, και άρχισε να δίνει στο παιδί γάλα του εμπορίου. Στενοχωρήθηκε πολύ, υπέθεσε ότι κάποια σοβαρή αμαρτία είχε κάνει και άρχισε να ψάχνει, γιά έναν καλό πνευματικό.
Της συνέστησαν τον πατέρα Σίμωνα.
Πήγε, λοιπόν, στον Γέροντα και εξομολογήθηκε.
<<Κάποτε με επλησίασε ένας κύριος και μου είπε:
«Εντάξει κύριε Παναγόπουλε, εγώ δεν ενδιαφέρομαι γιά τον Χριστό... Το παραδέχομαι… Όμως…, ο Χριστός δεν ήλθε γιά όλους τους ανθρώπους; Γιατί λοιπόν δεν έρχεται και σε εμένα, γιά να με σώσει; Να έλθη και σε εμένα, το απολωλός πρόβατο και να με σώσει. Εξ άλλου δεν είμαι και εγώ παιδί Του;».
Και του απάντησα ως εξής:
«Ο Κύριος δεν έρχεται να σε βρει, γιατί δεν βελάζεις… Όπως χάνεται ένα πρόβατο το οποίο δεν βελάζει, επειδή δεν μπορεί ο βοσκός να το βρει... Έτσι και εσύ, δεν βελάζεις… Δεν ζητάς τον Θεόν και έτσι δεν μπορεί ο Χριστός να σε εύρη…
<<Ο Θεός είναι Κτίστης και Δημιουργός των Αγίων Αγγέλων!
Τους εδημιούργησε εκ του μηδενός και τους έκανε κατά τη δική Του Άπειρη Βούληση, ασώματη φύση, ωσάν κάποιον άνεμο και άϋλη φωτιά, όπως λέγει ο Θείος Δαβίδ: «Ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα και τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα»!!! (Ψαλ. ΡΓ'4'), περιγράφοντας έτσι την ευκινησία, την φλογερότητα, την θερμότητα, την διεισδυτικότητα, την ταχύτητά τους στον Θείο πόθο και την Θεία υπηρεσία, καθώς και την ανοδική τους τάση και την απομάκρυνσή τους από κάθε άλλη σκέψη!
Ο Άγγελος, λοιπόν, είναι ύπαρξη πνευματική, αεικίνητη, ελεύθερη, ασώματη, που υπηρετεί τον Θεόν, και κατά χάρη έχει λάβει στη φύση της την αθανασία! Το σχήμα και την κατάσταση αυτής της ύπαρξης, μόνον ο Κτίστης τά γνωρίζει! Και ονομάζεται ασώματη και άϋλη, σε σχέση με εμάς, διότι κάθε τι που συγκρίνεται με τον Θεόν, τον Μόνον Ασύγκριτον, ευρίσκεται ότι είναι δυσκίνητο και υλικό, επειδή μόνο το Θείον, είναι αληθώς Άϋλο και Ασώματο!
1. Διπλός είναι ο πόλεμος των Χριστιανών και διπλή η πάλη. Από τη μιά, με όσα βλέπουν τα μάτια τους, που ερεθίζουν και γαργαλίζουν την ψυχή και την προκαλούν να δένεται εμπαθώς μαζί τους και να ευχαριστείται με αυτά. Και από την άλλη, με τις αρχές και εξουσίες του φοβερού κοσμοκράτορα.
2.Η λαμπρότητα που υπήρχε στο πρόσωπο του Μωϋσή, ήταν τύπος της αληθινής λαμπρότητας του Παναγίου Πνεύματος! Όπως τότε, δεν μπορούσε να κοιτάξει κανείς στο πρόσωπο του Μωϋσή, έτσι και τώρα, τη λαμπρότητα αυτή που λάμπει στις ψυχές των Χριστιανών, δεν μπορεί να την υπομείνει το σκοτάδι των παθών, αλλά διώχνεται από την ανταύγειά της και φεύγει.
Σε κάποιο δάσος, κοντά σε μιά πόλη, ζούσαν δυο ζητιάνοι. Ο ένας ήταν τυφλός, και ο άλλος ήταν κουτσός. Παρ’ όλη την γειτονία τους, είχαν έχθρα μεταξύ τους, μιάς και ανταγωνιζόταν ο ένας τον άλλο στην επαιτεία…
Κάποια ημέρα όμως, οι καλύβες τους έπιασαν φωτιά, καθώς μία μεγάλη πυρκαγιά έκαιγε ολόκληρο το δάσος. Ο τυφλός είχε την ικανότητα να τρέξει, γιά να βγει από το δάσος, αλλά δεν μπορούσε να δει την οδό διαφυγής, ενώ ο κουτσός που είχε την ικανότητα να δει, δεν μπορούσε να τρέξει…
<<Ο κόσμος θέλει να αμαρτάνει, και θέλει τον Θεόν Καλόν…
Αυτός να μας συγχωράει, και εμείς να αμαρτάνουμε…
Εμείς δηλαδή να κάνουμε ό,τι θέλουμε,
και Εκείνος να μας συγχωράει…
Αλλά, τότε μπορεί να δει κανείς την ψυχή που αγαπά τον Θεόν και έχει μεγάλη πίστη εις Αυτόν (αν και πολλές φορές είχε πληγωθή από αμαρτίες), να μην κατατρομάζει στις εφόδους του εχθρού και τις απειλές του, αλλά μάλλον να ενισχύεται με τη Χάρη του Κυρίου, και να τη φτερώνει η χαρά! Να την καθιστούν θαρραλέα οι Άγιοι Άγγελοι που την οδηγούν, και περιτειχισμένη από το Φως της πίστεως να αντιλέγει δυνατά και με μεγάλο θάρρος στον πονηρό διάβολο:
-Το γάλα άμα χυθή δεν ξαναμαζεύεται!
-Η γυναίκα είναι λίμνη και ο άνδρας ποτάμι!
-Κι ο κουτσός με το ’να πόδι, κούτσα-κούτσα πάει στην πόλη!
-Μεγάλος κατήφορος, σημαίνει και μεγάλος ανήφορος!
-«Δρυός πεσούσης, πας ανήρ ξυλεύεται»!
<<Ο Ευάγγελος Κοκκόλης, είχε με τον αδελφόν του Παναγάκη εμπόριον αλεύρων εις την οδόν Σιτεμπόρων, και δεν επίστευε γενικά όσα ελέγοντο διά την αγιότητα του παπά-Παναγή του Μπασιά, όσον και αν προσπαθούσε ο πάππος μου Διονυσάκης Ραζής, Διευθυντής εκπαιδευτηρίου, να τον πείσει.
Μίαν ημέραν υπό ραγδαίαν βροχήν, ο παπά-Παναγής έμενε ακουμπισμένος εις τον τοίχον του μαγαζιού του Ευαγγέλου, αντί να εισέλθη μέσα και να αποφύγη την δυνατήν βροχήν.
<<Μου έκανε εντύπωση, πώς ένας ταπεινός λογισμός, κάνει αμέσως την Χάρη του Θεού να ενεργεί!
Είχε έλθη στο Καλύβι ένα ξένο γατάκι. Το καημένο, φαίνεται κάτι είχε φάει που το πείραξε και ζητούσε βοήθεια. Χτυπιόταν από τον πόνο και πεταγόταν σαν το χταπόδι, όταν το κτυπούν. Το λυπόμουν που το έβλεπα σε αυτήν την κατάσταση, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτε. Το σταύρωνα βέβαια, αλλά τίποτε…
Μία μαθήτρια του Γέροντα Γερβασίου Παρασκευοπούλου μας αφηγείται:
«Καθόμασθαν στο προαύλιο της Αναπλαστικής Σχολής και κεντούσαμε. Κάποια στιγμή μπήκε στην σχολή, κάποιος άνθρωπος μελαμψός στο πρόσωπο. Φαινόταν ξένος και μάλιστα μιλούσε άλλη γλώσσα, δεν γνώριζε ελληνικά. Ήθελε, όμως, να εξομολογηθή. Ο παππούλης τον δέχθηκε και τον εξομολόγησε.
<<Κάποτε, είχε επισκεφθή τον παπά-Τύχωνα στο κελλί του, ο πατήρ Αγαθάγγελος ο Ιβηρίτης, ως Διάκος. Όταν έφευγε, ήταν σκοτάδι, διότι δεν είχε φωτίσει ακόμη. Ο παπά-Τύχων, προείδε κάποιον κίνδυνο, που θα διέτρεχε ο Διάκος, και ανέβηκε στο τοιχάκι της μάνδρας και ευλογούσε συνέχεια.
Όταν έφθασε ο Διάκος στη ράχη και είδε τον Γέροντα να ευλογή ακόμη, τον λυπήθηκε και του φώναξε να μη κουράζεται και να μπη στο κελλί του. Αυτός όμως ατάραχος με υψωμένα τα χέρια, σαν τον Μωϋσή, προσευχόταν και συγχρόνως ευλογούσε τον Διάκο.
<<Εκείνο τον καιρό, ασκήτευε κοντά μας, ένας ησυχαστής, ο γέρων Δανιήλ.
Ο γέροντας αυτός, ο παπά-Δανιήλ, είχε τυπικό να αγρυπνεί και να λειτουργεί κάθε βράδυ, ακριβώς τα μεσάνυχτα. Δεν δεχόταν όμως κανέναν. Ο μόνος που τον βοηθούσε στην ψαλτική, ήταν ο υποτακτικός του, ο πατήρ Αντώνιος.
Το γεγονός αυτό παρεξηγήθηκε, ώστε κάποιοι, να τον θεωρούν πλανεμένο. Ο λόγος, όμως, που δεν δεχόταν άλλους στην Θεία Λειτουργία, ήταν ότι, κάθε φορά ο γέροντας ως Λειτουργός, έχυνε ποτάμια δακρύων και έτσι η Θεία Λειτουργία παρατεινόταν δύο και τρεις ώρες!! Τελειώνοντας, κλεινόταν αμέσως στο κελί του, γιά να συνεχίσει και εκεί τα δάκρυα και την κατάνυξη, γιά ώρες ολόκληρες!!
Ο αείμνηστος γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, στους γονείς, που του παραπονούνταν φορτικά γιά τις ατέλειες ή τις μικροπαρεκτροπές των παιδιών τους, ήταν αυστηρός, και έλεγε:
«Να είσθε ευχαριστημένοι και να δοξάζετε τον Θεόν, γονατιστοί με δάκρυα ευγνωμοσύνης, που σας έδωσε τέτοια παιδιά..
Μη σας συμβούν αυτά τα οποία δεν φαντάζεσθε… και τότε θα δείτε…»!
Αν κανένας γονέας μεμψιμοιρούσε ότι, τα παιδιά του είναι δύσκολα και ευερέθιστα, του έλεγε:
«Ξέρεις κανένα παιδί σήμερα που να είναι εύκολο και πειθήνιο;
Γιατί θέλεις τα δικά σου να αποτελούν εξαίρεση;»!
-Το κρύο με το σακί μπαίνει και με το βελόνι βγαίνει!
-Το ποτάμι κοιμάται, ο οχτρός δεν κοιμάται!
-Το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει!
-Χαρτιά γραμμένα, στόματα βουλωμένα!
-Ψωμί δεν έχουμε, τυρί ζητάμε!
Όταν κάποτε τελείωσε η συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Εκκλησίας στο Βελιγράδι και ο Πατριάρχης Παύλος ξεκίνησε, κατά τη συνήθειά του, να πάει στην Ακολουθία του Εσπερινού στον Καθεδρικό Ναό, βγαίνοντας από το κτίριο, βλέπει στον χώρο του πάρκινγκ της Ιεράς Συνόδου, ένα πλήθος από πολυτελή μαύρα αυτοκίνητα και ερώτησε:
<<Κάποτε, ήλθε στο καλύβι ένας Ελληνοαμερικανός ιατρός. Είδα το πρόσωπό του που ήταν φωτεινό, γι’ αυτό με τρόπο τον ερώτησα γιά την ζωή του.
«Πάτερ», μου είπε, «είμαι Ορθόδοξος, αλλά μέχρι τελευταία ούτε νηστείες κρατούσα ούτε στην Εκκλησία πήγαινα συχνά. Ένα βράδυ είχα γονατίσει στο δωμάτιό μου, να παρακαλέσω τον Θεόν, γιά ένα θέμα που με απασχολούσε, οπότε γέμισε το δωμάτιο με ένα γλυκό φως. Γιά αρκετή ώρα δεν έβλεπα τίποτε άλλο, παρά μόνο φως και ένοιωθα μία ανέκφραστη ειρήνη μέσα μου»!
Θαύμασα, γιατί κατάλαβα ότι ο άνθρωπος αυτός αξιώθηκε να δει το Άκτιστο Φως, και του εζήτησα να μου πει, τί είχε προηγηθή.
Κάποιος αδελφός, ζούσε μόνος στη Ι. Μονή των Μονιδίων και η προσευχή του ήταν η εξής:
«Κύριε, δεν έχω τον φόβο Σου μέσα μου, γι’ αυτό στείλε μου κάποιον κεραυνό ή κάποια άλλη δύσκολη περίσταση, ή αρρώστια ή δαίμονα, μήπως έστω και με αυτόν τον τρόπο φοβηθή η πωρωμένη μου ψυχή».
Αυτά έλεγε και συνέχιζε να παρακαλεί τον Θεόν.
«Ξέρω ότι, είναι αδύνατο να με συγχωρήσεις, διότι αμάρτησα πολύ σ’ Εσένα Δέσποτα μου, αλλά εάν είναι δυνατόν, λόγω της Ευσπλαγχνίας Σου, συγχώρεσέ με. Αν όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει, τιμώρησέ με εδώ στη γη, και Εκεί μη με παιδεύσεις, αλλά εάν και αυτό είναι αδύνατο, τιμώρησέ με εδώ κατά ένα μέρος και εκεί ανακούφισέ με, έστω και λίγο, από την τιμωρία της κολάσεως. Κύριε άρχισε από τώρα να με παιδεύεις, αλλά ας μην περιπέσω στην “οργή” Σου».
Με αυτή την επιμονή, ένα ολόκληρο χρόνο με ασταμάτητα δάκρυα, με πολλή ταπείνωση στους λογισμούς του και με νηστείες, παρακαλούσε τον Θεόν. Kαι παράλληλα σκεπτόταν: