-Όταν έλθη ο Νοέμβρης σιγομπαίνει ο χειμώνας!
-Γριά το μεσοχείμωνο θυμήθηκε πεπόνι!
-Δέκα μέτρα κι ένα κόψε!
-Στο κακορίζικο χωριό το Μάη ρίχνει το νερό!
-Δεματιάζει αβγά!
-Όταν έλθη ο Νοέμβρης σιγομπαίνει ο χειμώνας!
-Γριά το μεσοχείμωνο θυμήθηκε πεπόνι!
-Δέκα μέτρα κι ένα κόψε!
-Στο κακορίζικο χωριό το Μάη ρίχνει το νερό!
-Δεματιάζει αβγά!
Ο Αββάς Ισαάκ ο Θηβαίος, επισκέφθηκε κάποτε ένα Κοινόβιο, και βλέποντας έναν αδελφό να αμαρτάνει, τον κατέκρινε. Όταν έφθασε στο κελλί του στην έρημο, ήλθε Άγγελος Κυρίου και στάθηκε μπροστά στην είσοδο του κελλιού του, λέγοντας:
«Δεν σε αφήνω να μπεις μέσα αββά».
Εκείνος τότε τον παρακαλούσε και του είπε:
«Τί έκανα;».
Κάποτε, ένας πλούσιος άνθρωπος, πολύ εγωΐστής, φιλάργυρος και ανελεήμων, έπεσε βαρειά άρρωστος. Ο ιατρός του, μετά από αρκετές ημέρες δύσκολης νόσησης, του ανακοίνωσε ότι, η κατάστασή του είναι πολύ σοβαρή και μη αναστρέψιμη, μάλιστα τον συμβούλεψε να προετοιμασθή γιά το μεγάλο ταξίδι και να καλέσει άμεσα ιερέα...
Ο άνθρωπος όμως αυτός, αντί να ακολουθήσει την συμβουλή του ιατρού, σηκώθηκε, μάζεψε όλα τα τραπεζογραμμάτιά του, τους τίτλους και ότι χαρτονομίσματα είχε, μαζί με ό,τι άλλο πολύτιμο και τα έριξε στη φωτιά, ώστε οι συγγενείς του να μην βρουν τίποτε, μετά τον θάνατό του...
Κάποιος αδελφός ερώτησε ένα Γέροντα:
«Τί να κάνω, αββά, που, όταν δω κάποιον να αμαρτάνει, τον κατακρίνω, και όταν ακούσω γιά έναν αδελφό πως είναι αμελής, τον μισώ και θα χάσω έτσι την ψυχή μου;».
Και είπε ο Γέροντας:
«Όταν ακούσεις κάτι τέτοιο, απομακρύνσου αμέσως από αυτόν τον λογισμό, κάνοντας ένα άλμα και σπεύσε να θυμηθής τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως. Αναλογίσου δίπλα σου το φρικτό βήμα, τον Αδέκαστο Δικαστή, τους πύρινους ποταμούς, που ρέουν μπροστά σ’ εκείνο το βήμα κοχλάζοντας μέσα στη φοβερή φλόγα, τις ακονισμένες ρομφαίες, τις σκληρές τιμωρίες, την κόλαση που δεν έχει τέλος, τη νύχτα την αφεγγή, το σκοτάδι το εξώτερο, το φαρμακερό φίδι, τα άλυτα δεσμά, το τρίξιμο των δοντιών και τον οδυρμό που δεν έχει παρηγοριά. Αυτά, λοιπόν, να σκέπτεσαι, δηλαδή, την αναπόφευκτη πανωλεθρία.
<<Ο Απόστολος Παύλος δίνοντας τον ορισμό της Πίστεως λέγει:
«Ἔστι δέ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Εβρ. ΙΑ’1’)!!!
Ο δε Κλήμης ο Αλεξανδρεύς τονίζει:
«Η πίστη είναι ένα έμφυτο εσωτερικό αγαθό και χωρίς να αναζητά τον Θεό ομολογεί ότι, Αυτός υπάρχει και Τον δοξάζει, επειδή υπάρχει»!
Ο ίδιος ορίζει την πίστη και με άλλο τρόπο:
«Πίστη είναι η σύντομη γνώση των αναγκαίων»!
Αλλά και ο Μέγας Βασίλειος ορίζει την πίστη ως εξής:
Κάποιοι αδελφοί, από μία μακρινή σκήτη, ξεκίνησαν να επισκεφθούν τον Μέγα Αντώνιο. Μπήκαν λοιπόν σ’ ένα καράβι, γιά να πάνε σ’ αυτόν. Εκεί ευρήκαν έναν άλλο Γέροντα, που ήθελε και αυτός να πάει στον Μέγα Αντώνιο. Δεν τον εγνώριζαν όμως αυτόν οι αδελφοί. Καθισμένοι, λοιπόν, μέσα στο καράβι ανέφεραν μεταξύ τους αποφθέγματα Πατέρων ή ρητά από τη Αγία Γραφή, αλλά και άλλα λόγια περιττά, κάνοντας παράλληλα κάποιο εργόχειρο. Ο Γέροντας όμως παρέμενε εντελώς σιωπηλός!
Όταν εβγήκαν στο λιμάνι, παρατήρησαν ότι και ο συνταξιδιώτης Γέροντας, κατευθυνόταν προς τον αββά Αντώνιο. Έτσι όλοι μαζί πήραν τον ίδιο δρόμο.
Όταν έφθασαν εκεί, είπε ο Μέγας Αντώνιος στους αδελφούς:
«Καλή συνοδεία ευρήκατε, τον Γέροντα αυτόν».
Και στον Γέροντα είπε:

Μία ημέρα, ένα ανδρόγυνο μπήκε στο κελλάκι του Γέροντα Σίμωνα, έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας, και του ζήτησε να προσευχηθή στο Θεό γιά το παιδί τους, που ήταν στρατιώτης και είχε τάσεις αυτοκτονίας.
Ο Γέροντας τους είπε τα ακόλουθα:
«Πώς το παιδί σας να μην έχει τάσεις αυτοκτονίας, τη στιγμή που εσείς, οι γονείς, δεν έχετε μπει μέχρι τώρα μέσα σε Εκκλησία; Ούτε ξέρετε, τί θα πει νηστεία, και ειδικά Τετάρτη και Παρασκευή, και στο σπίτι σας δεν έχετε ανάψει ποτέ καντηλάκι…».
Οι γονείς τα έχασαν και είπαν:
«Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αδελφοί μου, ανάμεσα εις τα καλά, τα οποία μας διδάσκει εις το ιερόν Ευαγγέλιον, μας λέγει και τούτον τον λόγον:
“Aλλοίμονον εις εκείνον τον άνθρωπον, οπού σκανδαλίσει τον αδελφόν του και δεν ζητήσει συγχώρησιν, προτού να δύση ο ήλιος, διότι κολάζεται”.
Τώρα, είναι δυνατόν και εγώ οπού ήλθα εδώ, να μη εσκανδάλισα τινά από λόγου σας; Λοιπόν, με άλλον τρόπον δεν δυνάμεθα να ελεηθούμε, παρά με τον εξής:
-Ο ζεματισμένος γάτος, φοβάται και το κρύο νερό!
-Άβρακος έβαλε βρακί, σε κάθε πόρτα το έδειχνε!
-Ο ξυπόλυτος είδε τον κουτσό και παρηγορήθηκε!
-Αν δεν γονάτιζε η καμήλα, δεν θα την φορτώνανε!
-Αντί γιά λαγό έβγαλε αρκούδα!
-Βαρεί τη θύρα, ν’ ακούσει η παραθύρα!
Ένας ιερεύς, όταν ήταν να δώσει εξετάσεις γιά την Παιδαγωγική Ακαδημία, επήγε να συμβουλευθή τον όσιο Γέροντα (Άγιο Γεώργιο τον Καρσλίδη) στο Μοναστήρι του.
Εκείνος τον ερώτησε: «Εδιάβασες;».
«Ας πούμε γέροντα ότι εδιάβασα…», απήντησε αυτός.
«Από εδώ που θα κατεβής στη Δράμα, θα πας στον παπά-Σταύρο και θα του πεις, να κάνει μία παράκληση στον Άγιο Μηνά και να σου διαβάσει και μία ευχή. Μετά πήγαινε να δώσεις εξετάσεις. Θα στενοχωρηθής λιγάκι, αλλά θα περάσεις».
<<Πόσα βάσανα έχει ο κόσμος… Πόσα προβλήματα…
Έρχονται μερικοί εδώ να μου τα πουν σε δυο λεπτά, στο πόδι, γιά να παρηγορηθούν λίγο. Μία βασανισμένη μάνα μου έλεγε:
«Γέροντα, έρχονται στιγμές που δεν αντέχω άλλο και τότε Του λέω: “Χριστέ μου, κάνε μία μικρή διακοπή και ύστερα ας ξαναρχίσουν τα βάσανα”»!!
Πόση ανάγκη από προσευχή έχουν οι άνθρωποι. Αλλά και κάθε δοκιμασία είναι δώρο από τον Θεό, είναι ένας βαθμός γιά την άλλη ζωή. Αυτή η ελπίδα της ανταμοιβής στην άλλη ζωή μου δίνει χαρά, παρηγοριά και κουράγιο, και μπορώ να αντέξω τον πόνο γιά τις δοκιμασίες που περνούν πολλοί άνθρωποι.
Εκεί, στην ενορία του, σε ένα στενό δρομάκι, εκρύπτετο ένας λεπρός. Του είχαν φαγωθή τα χείλη, από την φοβερή ασθένεια. Πήγε μία φορά ο πατήρ Νικόλαος Πλανάς να τον κοινωνήσει, αλλά το κατεστραμμένο στόμα του, δεν μπόρεσε να παραλάβει το Άγιο Σώμα του Κυρίου και παρέπεσε λίγο πιό πλάϊ από το στόμα. Χωρίς κανένα, μα κανένα δισταγμό, ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς, έσκυψε και με το στόμα του πήρε τον Θείο Μαργαρίτη, που είχε πέσει και τον κατέλυσε!
Από τον βίο του Αγίου Νεκταρίου:
<<Μόλις ο Άγιος Νεκτάριος άφησε την τελευταία του πνοή στον 2ο θάλαμο, του 2ου ορόφου, του Αρεταιείου Νοσοκομείου, η μοναχή Ευφημία (μία από τις δύο μοναχές που στάθηκαν στο πλευρό του καθ' όλη την διάρκεια της νοσηλείας του), μαζί με κάποιες νοσοκόμες, άρχισαν να ετοιμάζουν το ιερό Του Σκήνωμα γιά τα περαιτέρω.
Κάποια από τις νοσοκόμες ή η μοναχή Ευφημία, άφησε πρόχειρα την φανέλα που φορούσε ο Άγιος, στο διπλανό κρεββάτι. Στο κρεββάτι αυτό, νοσηλευόταν ένας άρρωστος που είχε αναπηρία στα κάτω άκρα. Αμέσως μόλις τον ακούμπησε η φανέλα του Αγίου, ο ασθενής σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει!
Ο Γέροντας Σιλουανός, είχε την γνώμη, πως κάθε αναζήτηση του Θεού ακολουθεί οπωσδήποτε κάποια εμπειρία του Θεού!
Ο Θεός, δεν ασκεί βία στον άνθρωπο, αλλά στέκεται με μακροθυμία δίπλα στην καρδιά και περιμένει ταπεινά, πότε θα Του ανοιχθή αυτή η καρδιά.
Ένα πρωϊνό Κυριακής, ο Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, κατηφόριζε μαζί με έναν γνωστό του ηλικιωμένο χωρικό, προς την Εκκλησία ενός χωριού. Στο δρόμο συνάντησαν μία παρέα νεαρών που βάδιζαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο χωρικός ερώτησε τους νεαρούς:
«Πού πάτε παιδιά;».
Εκείνοι απάντησαν:
«Στο καφενείο».
Τότε ο χωρικός (που ήταν πολύ αυστηρός) τους είπε:
«Δεν ντρέπεσθε, Κυριακή πρωΐ, αντί να ευρίσκεσθε στην Εκκλησία, πηγαίνετε στο καφενείο; Χριστιανοί είσθε εσείς;».
Και τους εξαπέλυσε ένα υπαίθριο ζηλωτικό κήρυγμα...
Οι νεαροί τότε του μίλησαν υβριστικά και συνέχισαν τον δρόμο τους.
Ο Γέροντας σιωπούσε.
Ο χωρικός, γεμάτος έξαψη και αυταρέσκεια, είπε στο Γέροντα:
Κάποιος νεαρός, πήγε κάποτε στον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, γιά να τον συμβουλευθή γιά διάφορα θέματα. Αφού ο Άγιος Παΐσιος απάντησε στους προβληματισμούς του, τον ερώτησε:
«Παιδί μου, εξομολογείσαι, εκκλησιάζεσαι;».
«Α, αυτά είναι τυπικά πράγματα γέροντα», του απάντησε ο νεαρός.
<< Η στροφή όλων μας προς τον Χριστό, αποτελεί σανίδα σωτηρίας γιά το Έθνος που κινδυνεύει. Μία μόνη ελπίδα μάς απομένει, εάν θέλουμε και εμείς να σωθούμε από τον κίνδυνο και η Πατρίδα μας να ζήση: Να μετανοήσωμε!!
Η Κυβέρνηση και όλοι οι Έλληνες, εάν θέλουμε την σωτηρία μας, θα την βρούμε μόνο στην μετάνοια και την επιστροφή στον Θεό, από τον Οποίο απομακρυνθήκαμε...
Έλεγε κάποιος μαθητής τού γέροντα Κλεόπα:
<<Ο πνευματικός κανόνας του γέροντα ήταν ο εξής:
Το πρωΐ εδιάβαζε τις πρωϊνές προσευχές και τον Ακάθιστο Ύμνο.
Εάν ήταν εορτή κάποιου μεγάλου Αγίου, εδιάβαζε τους Χαιρετισμούς του Αγίου.
Επίσης εδιάβαζε το ολιγώτερο τρία καθίσματα από το Ψαλτήριο και μερικούς κανόνες από το Θεοτοκάριο, εάν δεν απασχολείτο από τους Χριστιανούς.
<< Μία ημέρα, καθώς έπαιρνα έξω από το μαγαζί μου την αλληλογραφία μου, με επλησίασε μία χήρα, γνωστή σ’ εμένα, και άρχισε να μου λέει, ότι έχει ανάγκη και μου ζήτησε χρήματα. Τότε, της έδωσα όσα είχα πάνω μου, νομίζω ήταν τρείς χιλιάδες εκατό δραχμές και ξαναμπήκα μέσα στο μαγαζί.
Είναι αλήθεια, ότι της έδωσα τα χρήματα μουρμουρίζοντας, μόνο και μόνο γιά να μην έχω βεβαρημένη την συνείδησή μου. Μέσα στο μαγαζί είδα την αλληλογραφία και ανάμεσα στα γράμματα, υπήρχε ένας φάκελος που είχε μέσα δύο χιλιάδες δραχμές και έγραφε:
Το παρακάτω περιστατικό, συνέβη σε μίαν ευλαβή κυρία, η οποία υπέφερε από συχνές αιμορραγίες και γι’ αυτό δεν μπορούσε να μεταλάβει.
Της πρότειναν κάποτε, να επισκεφθή τον χαρισματικό γέροντα π.Ιερώνυμο Σιμωνοπετρίτη, στον Ιερό Μετόχιο της Αναλήψεως (της Ι.Μ.Σιμωνόπετρας), στην Αθήνα. Έτρεξε πράγματι και τον ευρήκε. Ήταν περίοδος Μεγάλης Σαρακοστής.
Γέροντα Παΐσιε, μερικοί λένε:
«Δεν είναι σκληρό αυτό που επέτρεψε ο Θεός; Δεν πονάει ο Θεός;».
Και απαντά ο Άγιος Παΐσιος:
«Ο πόνος του Θεού γιά τους ανθρώπους που βασανίζονται από αρρώστιες, από δαίμονες, από βαρβάρους κ.λπ., έχει συγχρόνως και χαρά, γιά την Ουράνια αμοιβή που τους έχει ετοιμάσει!
Έχοντας δηλαδή υπ’ όψιν Του ο Θεός την ανταπόδοση που θα λάβη στον Ουρανό όποιος περνάει δοκιμασίες και γνωρίζοντας αυτά που τον αναμένουν στην άλλη Ζωή, χαίρεται όταν υπάρχει υπομονή!
Εδώ επέτρεψε να κάνη τόσα εγκλήματα ο Ηρώδης.
Ήταν κάποτε ένας μικρέμπορος που είχε έναν γάϊδαρο να τον βοηθάει, γιά να μεταφέρει τα εμπορεύματά του. Μία ημέρα λοιπόν, ο έμπορός μας ευρήκε φτηνό αλάτι και αγόρασε μπόλικο, σε πολύ καλή τιμή.
«Θα το μοσχοπουλήσω, γαϊδαράκο μου και τότε θα ανοίξουν οι δουλειές μας», είπε ο μικρέμπορος.
«Εμένα όμως δεν με σκέπτεσαι που με φόρτωσες έτσι...!», μουρμούρισε ο γάϊδαρος.
Και έτσι όπως ήταν φορτωμένο το ζώο, περνώντας από κάποιο γεφύρι, γλιστρά, χωρίς να το θέλει, και πέφτει στο ποτάμι. Και ευρέθηκε ο γάϊδαρος μαζί με το φορτίο μέσα στο ποτάμι και αμέσως λιώνει το αλάτι μέσα στο νερό και ο γαϊδαράκος μας με άδεια τα σακιά πλέον σηκώθηκε και ξεκίνησε χαρούμενος την εύκολη πιά πορεία του.
Κατά την καταστροφή της Πομπηίας το 79 μ.Χ., μεταξύ εκείνων που καλύφθηκαν από την λάβα του Βεζουβίου, ήταν και μία κυρία, που προσπάθησε μαζί με την ζωή της, να σώσει και τα κοσμήματά της...
Με τα χέρια, λοιπόν, γεμάτα δαχτυλίδια, βραχιόλια, περιδέραια και άλλα τιμαλφή, κατώρθωσε να βγει από την Πομπηία, αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει το ποτάμι της λάβας.
Ερώτησε κάποιος τον Άγιο Παΐσιο:
«Γέροντα, πολύ συχνά χάνω πράγματα και μετά χάνω χρόνο να τα εύρω».
Και απήντησε ο Άγιος:
<<Γιατί δεν επικαλείσαι τον Άγιο Μηνά που έχει “ειδικότητα” σ’ αυτό;
Ο Άγιος Μηνάς αμέσως φανερώνει ό,τι χάσαμε, χωρίς να έχει πολλές απαιτήσεις! Εγώ μία φορά, όταν ήμουν στο Κοινόβιο, είχα χάσει το κλειδί από το κελλί μου. Tότε κλειδώναμε τα κελλιά, γιατί μέσα στο Μοναστήρι κυκλοφορούσαν και διάφοροι κοσμικοί.
“Δεν πειράζει”, λέω, “θα πάω να το βρω στο μαραγκούδικο”.
Κοιτάζω, έλειπε το κλειδί και από το μαραγκούδικο.