«Στα πνευματικά πράγματα δεν χάνεται τίποτε!
Ένας στεναγμός, μιά προσευχή, κάποιο δάκρυ, ένας καλός λόγος προς κάθε άνθρωπο, θα έλθη η στιγμή να καρποφορήση!
Δεν ξέρουμε πότε!
«Στα πνευματικά πράγματα δεν χάνεται τίποτε!
Ένας στεναγμός, μιά προσευχή, κάποιο δάκρυ, ένας καλός λόγος προς κάθε άνθρωπο, θα έλθη η στιγμή να καρποφορήση!
Δεν ξέρουμε πότε!
«Το 1919, η Ιερά Μονή του Αγίου Σεργίου στην Ρωσία, δοκιμάσθηκε από στέρησι και πείνα. Δεν είχαν ούτε ψωμί...
Στις 16 Νοεμβρίου του 1919, μία γερόντισσα από τα γύρω χωριά, η Νίνα Στεφάνοβνα Αριστόβα, ζήτησε να δη τον ηγούμενο. Ο ηγούμενος, αρχιμανδρίτης Κρονίδης, την δέχθηκε αμέσως. Και εκείνη του εξήγησε ότι, έμαθε τη στέρησί τους, και τους έφερε ό,τι μπορούσε, ψωμί, ζάχαρη, καφέ…!
Ταράχθηκε ο ηγούμενος βλέποντας τη γνωστή του πτωχή γυναίκα, να γεμίζη ένα τραπέζι με αγαθά!
Και της είπε:
Ένας ανθρωπολόγος, πρότεινε σε μία παρέα παιδιών, κάποιου χωριού της Αφρικανικής Ηπείρου, να παίξουν το εξής παιγνίδι:
Έβαλε ένα καλάθι γεμάτο γλυκά και ώριμα φρούτα δίπλα σε ένα δένδρο και είπε στα παιδιά, ότι όποιος κατάφερνε να φθάσει πρώτος στο δένδρο θα λάμβανε ως βραβείο όλο το καλάθι με τα φρούτα.
Εκείνα, αμέσως, δέχθηκαν με χαρά να παίξουν, κοιτώντας με λαχτάρα τα φρούτα.
Πάνε κάποια χρόνια πριν, όταν ένας φοιτητής, ο Θανάσης, ήταν στο πτυχίο μιάς δύσκολης Σχολής του Πανεπιστημίου. Είχε γιά διαφόρους προσωπικούς λόγους, καθυστερήσει να πάρει πτυχίο, συγχρόνως όμως είχε αρραβωνιασθή, με σκοπό γρήγορα να νυμφευθή. Η καθυστέρηση του πτυχίου είχε δημιουργήσει στενοχώρια, τόσο στους γονείς του και στην αρραβωνιαστικιά του, αλλά και στους αγαπημένους φίλους του.
Έτσι, μία μέρα ξεκίνησε να πάει στον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, γιά να του ζητήσει τη γνώμη του, αν δηλαδή πρέπει να διακόψει τη Σχολή, αφού δεν μπόρεσε να τελειώσει, και να πιάσει δουλειά εν όψει του γάμου του ή να συνεχίσει και να δώσει εκείνο το δύσκολο μάθημα του απαιτητικού και δύστροπου Καθηγητή.
Ο Παππούλης ήταν κάθετος λέγοντας του:
«Βεβαίως να δώσεις το μάθημα και αφού εσύ πιά δεν μπορείς να κάνεις ως άνθρωπος κάτι, θα σε βοηθήσουμε εμείς!». Πάντα ο Παππούλης χρησιμοποιούσε τον πληθυντικό. Μίλησαν και γιά άλλα θέματα προσωπικά, και του έδωσε πολύ κουράγιο και δύναμη, γιά να συνεχίσει τον αγώνα του, υποσχόμενος ότι θα προσευχηθή γι’ αυτόν!
Ο Θανάσης, επέστρεψε όλο χαρά και δύναμη στη πόλη που σπούδαζε και έβαλε τα δυνατά του να διαβάσει και, με βεβαία την ελπίδα και με την ευχή του Γέροντα, πήγε να γράψει.
Τέκνον ευσεβούς -και επιφανούς πως- οικογενείας, μεμορφωμένον και κατέχον προσοδοφόρον θέσιν, ήθελε να μεταβή εις Μοναστήριον. Η οικογένεια αντέδρασε σφοδρότατα. Έγραψαν δε (διότι δεν πρόκειται περί οικογενείας κατοικούσης εν Καλάμαις) και εις τον π. Ιωήλ, και παρεκάλουν αυτόν όπως, δι’ επιστολής αυτού, αποτρέψη το σχεδιαζόμενον. «Είνε κρίμα», έγραφον, «να εγκαταλείψη τα εγκόσμια ένας άνθρωπος ε π ι τ υ χ η μ έ ν ο ς εις την ζωήν».
Η απάντησις του π. Ιωήλ:
Ένας κρεοπώλης, πήγε στην στάνη ενός τσοπάνου και αγόρασε κάποια αρνιά του. Με επιτηδειότητα, όμως, πέταξε αζύγιαστα προς το μέρος του δύο αρνιά, χωρίς να το αντιληφθή ο βοσκός.
Όταν γύρισε ο κρεοπώλης στο Ληξούρι, έρχεται ο παπά-Παναγής ο Μπασιάς και του λέει:
Ο τότε Επίσκοπος Κεφαλληνίας, από το απόγευμα ετοιμαζόταν να πάη την επομένη στο Ληξούρι να συναντήση τον παπά-Μπασιά, να συζητήση μαζί του, αλλά και να εξομολογηθή. Είπε λοιπόν στον συνοδό του:
«Πρωΐ-πρωΐ, να ευρίσκεσαι στην Μητρόπολη, διότι θα πάμε κάπου», χωρίς να του προσδιορίση τον προορισμό τους.
<<Το καλοκαίρι του 1963 εκοιμήθη η μητέρα μας, ύστερα από μακροχρόνια και επώδυνη ασθένεια. Ήμουν τότε 15 χρόνων. Η κηδεία έγινε στο χωριό μας. Λόγω των γνωριμιών του πατέρα μας, του αδελφού μας (π. Επιφανίου) και της αδελφής μας Φωτεινής, ο αριθμός των προσώπων που ήλθαν στην κηδεία, ήταν πολύ μεγάλος. Με έβαλαν κι εμένα στη σειρά γιά συλλυπητήρια. Η συνήθης ευχή των παρευρισκομένων προς εμένα ήταν:
«Ο Θεός είναι μεγάλος... Υπομονή παιδάκι μου!».
Σήμερα, που είμαι 59 ετών, και με τόσες εμπειρίες στη ζωή, η ευχή αυτή είναι σημαντική, αξιόλογη και ουσιαστική. Γιά ένα παιδί όμως, 15 ετών, η ευχή αυτή, ακουγόταν πολύ μακρινή και άπιαστη, και δεν ανακούφιζε την ψυχή μου, που είχε ανάγκη από κάποια χειροπιαστή ένδειξη αγάπης. Κοίταζα αμήχανα δίπλα μου το χώμα, που είχε σκεπάσει τη μητέρα μου κι ένα πελώριο, «Γιατί Θεέ μου;» με είχε κυριεύσει.
Όταν πήγαμε σπίτι μας και μείναμε παρέα με λίγους στενούς συγγενείς, η μακαριστή θεία Αλεξάνδρα με πήρε από το χέρι, με ωδήγησε σε μία γωνία του σπιτιού, μακριά απ’ όλους και μου είπε τα παρακάτω λόγια, που θα τα θυμάμαι μέχρι το τέλος της ζωής μου:
<<Όλοι οι άνθρωποι από ένα άνδρα και μίαν γυναίκα εγεννήθημεν, και όλοι είμεθα αδελφοί! Ο διάβολος, αδελφοί μου, ο μισόκαλος εχθρός μας, βλέποντας τον κόσμον πως πληθαίνει, εφθόνησε και εβουλήθη να εξολοθρεύση τον κόσμον και έβαλε μίσος εις την καρδίαν των ανθρώπων, να μισούν αλλήλους και να μη υπανδρεύωνται και γεννώσι τέκνα και αυξάνη ο κόσμος. Και έριψε τους ανθρώπους εις αρσενοκοιτίας, κτηνοβασίας και άλλα αισχρά, οπού δεν τα έκαμνον ούτε τα άλογα ζώα…
Βλέπων ο Πανάγαθος Θεός, πως ο μισόκαλος διάβολος έβαλε σκοπόν να τελειώση τον Κόσμον, παρήγγειλεν ότι, όποιος δεν κάμνει παιδιά να είναι κατηραμένος.
Και από τότε υπανδρεύοντο και έπαιρνον γυναίκας.
Άκουσε και συ, αδελφέ μου, οπού δεν κάμνεις παιδιά.
Νομίζεις ότι έχεις κατάρα;;
«Αγάπη είναι, να ακούσεις με πόνο την στενοχώρια του άλλου!
Αγάπη είναι, και ένα βλέμμα πονεμένο και ένας λόγος που θα πεις με πόνο στον άλλον, όταν αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία!
Αγάπη είναι, να συμμερισθής τη λύπη του άλλου και να τον αναπαύσεις στη δυσκολία του!
Αγάπη επίσης είναι, να σηκώσεις έναν βαρύ λόγο που κάποιος θα σου πει!
«…Επειδή δεν γνωρίζομεν ούτε την ώραν, ούτε την στιγμήν κατά την οποίαν θα μας καλέση ο Κύριος, πρέπει η ζωή μας να είναι όσο το δυνατόν ειρηνική, επειδή θα μας κρίνη ο Κύριος, όπως μας εύρη την τελευταίαν στιγμήν του βίου μας: “Όπου εύρω σε, ούτω και κρινώ σε”!
Ο Κύριος αναπαύεται εις τους ταπεινούς, τους πράους και ειρηνικούς!
Ήσαν δύο φίλοι, πολύ αγαπημένοι. Κάθε βράδυ έκαναν παρέα και συζητούσαν με τις ώρες, καθήμενοι σε δυό σκαμνιά. Κάποτε ο ένας από αυτούς, κατάφερε και αναρριχήθηκε στην εξουσία, καταλαμβάνοντας μία μεγάλη θέση στο δημόσιο τομέα.
Από τότε, όμως, που ανέλαβε το αξίωμα αυτό, ξέχασε τον καλό του φίλο. Δεν του έδινε πλέον καμμία σημασία, παρότι ο φίλος του επιχειρούσε αρκετές φορές να τον συναντήση…
Συζήτησις μετά τινος Θεολόγου:
«Ο Χριστιανός, πάτερ μου, πρέπει να είνε άνθρωπος δράσεως. Ο Μοναχικός Βίος όμως είνε απραξία».
(Και ο πατήρ Ιωήλ απήντησεν:)
«…Γιά τους Έλληνες, η πτώση της Πόλης, ήταν ακόμη πιο βαρυσήμαντη.
Γιά εκείνους, επρόκειτο πράγματι γιά το οριστικό τέλος ενός κεφαλαίου.
Ο θαυμαστός πολιτισμός του Βυζαντίου, είχε ήδη παίξει το ρόλο του, στον εκπολιτισμό του κόσμου και τώρα πέθαινε μαζί με την ετοιμοθάνατη Πόλη. Δεν είχε όμως πεθάνει ακόμη. Ο συρρικνούμενος πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης, στις παραμονές της πτώσης Της, περιλάμβανε πολλά από τα διαπρεπέστερα πνεύματα της εποχής, που ανήκαν σε ανθρώπους, οι οποίοι είχαν ανατραφεί με μία ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη παράδοση, που εκτεινόταν προς τα πίσω, μέχρι την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη!
Μία ημέρα, προς το τέλος της αγίας Τεσσαρακοστής, ο Λαός της Βασιλευούσης, δηλαδή, της Κωνσταντινουπόλεως, επευφημούσε τον Δεσπότη Χριστό μετά ψαλμών και ύμνων!!
Βλέπει, τότε, ο μακάριος Ανδρέας (ο διά Χριστόν Σαλός), κάποιον γέροντα, ωραίο κατά την εξωτερική εμφάνιση, να εισέρχεται εις τον Ιερό Ναό! Πλήθος Λαού τον ακολουθούσε, με άνθη και Σταυρούς, οι οποίοι έλαμπαν ως αστραπή! Μελωδούσαν μέλος τερπνό, ηδύ και σωτήριο! Ο ένας στον άλλο παραχωρούσε το προβάδισμα και όλοι κατευθύνονταν προς τον Άμβωνα! Ο γέροντας εκείνος κατείχε κινύρα (έγχορδο μουσικό όργανο των αρχαίων Εβραίων) και έκρουε τις χορδές συνοδεύοντας τους ψάλτες!
Ο μακάριος Ανδρέας, ετέρπετο από το θέαμα και την ψαλμωδία και εσκίρτησε και είπε:
"Στον γάμο μου, (διηγείται ο αδελφός του π. Επιφανίου, ο αείμνηστος πλέον Πολυνείκης), ο Ιερέας- Προϊστάμενος του Ιερού Ναού που έγινε το Μυστήριο του γάμου μου, εμπόδισε τους προσκεκλημένους Κληρικούς και Ιεροψάλτες, να λάβουν μέρος στο Μυστήριο.
Ο π. Επιφάνιος, παρακάλεσε όλους να συμμορφωθούν με την “παράλογη” επιθυμία του Ιερέως. Μετά το πέρας του Μυστηρίου, και ενώ ο π. Επιφάνιος είχε απομακρυνθή από τον Ι. Ναό, εζήτησε από τον οδηγό που τον μετέφερε στο σπίτι του, να επιστρέψουν, χωρίς να δώσει εξηγήσεις γιά τον σκοπό της επανόδου.
«Γιατί o Χριστός μέσα στην Αγία Γραφή ονομάζεται Οδός;
Γιά να μάθης, ότι μέσω Αυτού ανεβαίνουμε στον Πατέρα!
Σ’ ένα από τα μεγάλα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας συνέβη το εξής περιστατικό:
Η μητέρα μιάς κοπέλας, καλή και ευσεβής, έφυγε γιά την Αιώνιο Βασιλεία. Ήταν μία γνήσια Χριστιανή σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής της! Κάθε Κυριακή μαζί με την κορούλα της, πρωΐ-πρωΐ, ξεκινούσε γιά την Εκκλησία και εκεί, η καθαρή και φιλόθεη ψυχή της, πραγματικά συναντούσε τον Θεόν και ερχόταν σε επικοινωνία μαζί Του, ενώ συχνά κοινωνούσαν με την κόρη της, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας!
Και η κόρη της, καλή κοπέλα ήταν, αλλά μετά τον θάνατο της μητέρας της, αραίωσε τον Εκκλησιασμό και δεν πήγαινε τακτικά στην Εκκλησία. Και αν πήγαινε, πήγαινε προς το τέλος. Και γιά να δικαιολογηθή στη συνείδησή της, που την έτυπτε, προφασιζόταν ότι, είχε πολλές δουλειές και φροντίδες και δεν της έφθανε ο χρόνος…
Μία γερόντισσα, αγία ψυχούλα, ζούσε στον Πειραιά μόνη της. Το μοναχοπαίδι της ακολούθησε το δρόμο του Μοναχισμού και αφιερώθηκε εις τον Θεόν! Εκείνη δέχθηκε το γεγονός δοξάζοντας τον Θεόν, γιά την τιμή που έκανε στο παιδί της, αλλά και στην ίδια, παρ’ όλο που απόμεινε μόνη της.
Η γερόντισσα δεν είχε και καλή υγεία, είχε άσθμα που πολύ τη βασάνιζε και πολλές φορές έφθανε κοντά στο θάνατο. Μ’ αυτόν τον αγώνα πέρασαν αρκετά χρόνια. Κάποτε, ο Θεός, βραβεύοντας την πίστι και την αφοσίωσί της σ’ Εκείνον, παραχώρησε και άνοιξαν, προς στιγμήν, τα μάτια της ψυχής της και αξιώθηκε να αντικρύσει τον Άγγελο φύλακα τής ψυχής της! Η φωτεινότητα και η Θεία γλυκύτητά Του, γέμισαν με υπερκόσμια χαρά την ευλαβέστατη γερόντισσα! Τώρα είχε δει με τα μάτια της ότι, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ήταν μόνη της! Έτσι, προσευχόταν πλέον με μεγαλύτερη πίστι και θερμότητα!
Όμως, η ασθένεια συν τω χρόνω θέριευε...
«Ξέρεις˙ όταν μου φιλούν το χέρι, σχηματίζω με τον αντίχειρα και τα άλλα δάκτυλα, το σημείο του Σταυρού! Έτσι, όλοι φιλούν τον Σταυρό και όχι το χέρι μου!!
Κάποιος φοιτητής της Θεολογίας, πνευματικό τέκνο του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, είχε πάει ένα πρωΐ να τον δει στο σπίτι του. Περιμένοντας εκεί, παρακολούθησε μία τηλεφωνική συζήτηση του Γέροντα με κάποιον Καθηγητή Πανεπιστημίου. Ο φοιτητής κατάπληκτος, «κομπλεξαρισμένος» από την ευφυΐα και τις γνώσεις του Γέροντά του, του λέει μετά το τέλος της συνδιαλέξεως:
«Γέροντα, σκέπτομαι μήπως πρέπει να αλλάξω Πνευματικό, διότι δεν είμαι άξιος εγώ, ένα απλοϊκό παιδί, να έχω Πνευματικό κάποιον άνθρωπο σαν εσάς».
<<Δεν φθάνει να αγαπάει κανείς τον άλλον, πρέπει να τον αγαπάει περισσότερο από τον εαυτόν του!!
Η μητέρα αγαπάει τα παιδιά της περισσότερο από τον εαυτόν της! Μένει νηστικιά, γιά να ταΐσει τα παιδιά της, αλλά νοιώθει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από εκείνα! Τα παιδάκια τρέφονται υλικά και η μητέρα πνευματικά! Εκείνα έχουν την υλική γεύση, ενώ αυτή έχει την πνευματική αγαλλίαση!
Ο Χριστός συγκινείται, όταν αγαπάμε τον πλησίον μας πιό πολύ από τον εαυτό μας και μας γεμίζει με Θεία ευφροσύνη!!
Σήμερα, 19 Μαΐου, τιμούμε την μνήμη των 353.000 Ελλήνων του Πόντου, που εξοντώθηκαν από τους Τούρκους και θυμόμασθε και αναπολούμε τους ιερούς τόπους του Πόντου, όπου άκμαζε ο Ελληνισμός, που σαρώθηκε από την Τουρκική λαίλαπα…
Η γενοκτονία, ήταν ένα προμελετημένο και καλά σχεδιασμένο ΕΓΚΛΗΜΑ, που η κυβέρνηση των Νεοτούρκων έφερε σε πέρας με συστηματικό τρόπο... Δεν είχε σχέση με στρατιωτικές διαμάχες και επιχειρήσεις εναντίον αντιπάλων στρατών… Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησαν οι αιμοδιψείς Τούρκοι, ήταν ο ξεριζωμός του αμάχου πληθυσμού, η εξάντληση στις κακουχίες, οι ατέλειωτες οδοιπορίες, τα βασανιστήρια, η πείνα, η δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο...