«Ούτε τα πλούτη να σας κάνουν
εντύπωση, ούτε οι δόξες, αλλά πάντοτε να βαδίζετε δίκαια. Το ψωμί σας να το
τρώτε με τον τίμιο ιδρώτα σας και όχι με αδικίες. Αυτά που θα κερδίζετε με την
τιμιότητά σας, να μην τα σκορπίζετε άσκοπα. Να ζήτε τίμια και ταπεινά και όσο
μπορείτε να απλώνετε το χέρι σας στην ελεημοσύνη.
<<Μία φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα ποντίκι πολύ λαίμαργο. Έτρωγε, έτρωγε, ώσπου φούσκωνε τόσο πολύ η κοιλιά του, που πολλές φορές δεν μπορούσε καν να κινηθή. «Γιατί τρως τόσο πολύ;», του έλεγαν τ’ άλλα ποντίκια. «Γιατί να µην τρώγω;», απαντούσε ο λαίμαργος ποντικός. «Μου αρέσει το φαγητό». «Θα πάθης ζημιά από το πολύ φαγητό», του έλεγαν. «Γιατί να πάθω ζημιά; Έχω πολύ γερό στομάχι και χωνεύω εύκολα ό,τι κι αν φάω», απαντούσε εκείνος. Μία ημέρα λοιπόν, ο λαίμαργος ποντικός άφησε τη φωλιά του, που ήταν στο υπόγειο του σπιτιού, ανέβηκε µε προφύλαξη, μήπως τον δει καμµιά γάτα και τον γραπώσει, στο ισόγειο και εκεί ανακάλυψε µία τρύπα στον τοίχο, μπήκε δίχως άλλο μέσα, µε δυσκολία βέβαια γιατί ήταν στενή, προχώρησε και, ξαφνικά, τί να δουν τα µάτια του! Βρέθηκε σ’ ένα κελάρι! Ένα κελάρι γεμάτο τρόφιμα!!
<<Εάν οι γονείς σου
ηρνήθησαν τον Χριστόν, και σε παρακινούν και σε να Τον αρνηθής, τότε να μην τους
ακούσης και θα έχεις μισθόν από τον Θεόν, καθώς έκαμεν ο Αβραάμ, οπού τον
έστειλεν ο βιολογικός του πατήρ, που ήταν ειδωλολάτρης,ναφέρηέναπρόβατοννα θυσιάσηειςταείδωλα,καιειςτονδρόμονοπούεπήγαινενο Αβραάμ εσκέφθη με τον
νουν του, ότι τούτος ο κόσμος οπού στέκει, τάχα δεν έχει Αφέντη; Και διατί ο
πατέρας μουναπροσκυνάταείδωλα,κωφάκαιαναίσθητα,καιναμη προσκυνάτονΑληθήΘεόν, οπού εποίησε τον Ουρανόν, την γην...;
«Όταν επισκέπτεται ο πόνος τον
άνθρωπο, τότε του κάνει επίσκεψη ο Χριστός! Ενώ, όταν δεν περνάη ο άνθρωπος
καμμιά δοκιμασία, είναι σαν μία εγκατάλειψη του Θεού. Ούτε ξοφλάει, ούτε
αποταμιεύει. Μιλάω βέβαια γιά κάποιον ο οποίος δεν θέλει την κακοπάθεια, γιά την
αγάπη του Χριστού.
Σου λέει: «Έχω την υγεία μου, έχω
την όρεξή μου, τρώω, περνάω μια χαρά, ήσυχα...», και δεν λέει ένα: «Δόξα Σοι ο
Θεός!». Τουλάχιστον, αν αναγνωρίζη όλες αυτές τις ευλογίες του Θεού, κάπως
τακτοποιείται η υπόθεση. «Δεν μου άξιζαν αυτά» να πη, «αλλά, επειδή είμαι
αδύνατος, γι’ αυτό ο Θεός με οικονομάει»...
«Τί να κάνουμε;», είπαν μία ημέρα κάποιοι κομπογιαννίτες. «Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να κάνουμε τους
ανθρώπους να σταματήσουν να πηγαίνουν στους ιατρούς και τα Νοσοκομεία, ώστε να έρχωνται σ’ εμάς. Αν
κατηγορήσουμε κατ’ ευθείαν την επίσημη Ιατρική επιστήμη και τα Νοσοκομεία, θα μας πουν τρελλούς. Ας αρχίσουμε λοιπόν, να κατηγορούμε τους ιατρούς».
Άρχισαν, λοιπόν, οι κομπογιαννίτες να πηγαίνουν στα καφενεία και, κρύβοντας
την ιδιότητά τους, να κατηγορούν τους αληθινούς ιατρούς. «Οι γιατροί δεν
ενδιαφέρονται γιά τον κόσμο, όλα τα κάνουν πρόχειρα και το μόνο που νοιάζονται
είναι το φακελάκι με τα χρήματα που αναγκάζονται να τους δίνουν οι ασθενείς»,
έλεγαν.
<<Όταν ένοιωσα τον πρώτο
ζήλο να γίνω καλόγερος, τον εφανέρωσα σε κάτι άλλους. Τότε ο ένας από αυτούς, ο
οποίος ήταν οδηγός, μου λέει:
«Άκουσε, Ευάγγελε (έτσι ήταν το κοσμικό
όνομά μου), θα πάω με τ’ αυτοκίνητό μου στα τάδε χωριά και περίπου κατ’ αυτήν
την ώρα (πέντε-έξι το μεσημέρι σύμφωνα με την αγιορείτικη ώρα), θα περάσω να σε
πάρω, να σε πάω στο Μοναστήρι, να είσαι εκεί».
«Εντάξει», του απάντησα.
Πήρα και εγώ μία μπλούζα (σαν κοσμικό
παιδί), και πήγα και κάθησα σ’ ένα βραχάκι και έβλεπα μακριά το δρόμο,
περιμένοντας τον οδηγό. Προτού όμως να έλθη η ωρισμένη ώρα, σηκώθηκα και έφυγα…
Πήγαινε κάποτε ένας λαϊκός μαζί
με το υιό του προς τον αββά Σισόη, στο όρος του αββά Αντωνίου, και συνέβη να
πεθάνει ο υιός του στο δρόμο. Αυτός δεν ταράχθηκε, αλλά πήρε το παιδί και πήγε
με πίστη στο γέροντα και προσέπεσε, με τον υιό του αγκαλιά, σαν να έκανε
μετάνοια, ώστε να τον ευλογήσει ο γέροντας. Έπειτα σηκώθηκε ο πατέρας, άφησε το
νεκρό παιδί μπροστά στα πόδια του γέροντα και βγήκε έξω.
Στο πέρας της Θείας Λειτουργίας,
ένας νεαρός επλησίασε τον ιερέα, αγανακτισμένος, και του λέει:
«Πάτερ, εγώ δεν θα ξαναέλθω στην Θεία
Λειτουργία».
«Γιά ποιό λόγο παιδί μου;», τον
ερωτά με απορία ο διακριτικός ιερέας.
«Διότι πάτερ, την μία βλέπω, μία
γυναίκα να κουτσομπολεύει την άλλη. Την άλλη βλέπω, κάποιον να ασχολείται με το
κινητό του, γιά να μην πω γιά την εγωϊστική τους συμπεριφορά όταν φεύγουν από
τον Ναό... Όσο γιά τις γυναίκες με την προκλητική ενδυμασία τους, καλλίτερα να
μην μιλήσω...».
Του λέει τότε ο ιερέας:
«Έχεις δίκηο, όμως πριν
εγκαταλείψεις οριστικά την Εκκλησία, κάνε μου σε παρακαλώ μία χάρη. Πάρε αυτό
το ποτήρι, γεμάτο νερό, και κάνε τον κύκλο
του Ναού τρεις φορές, πέρασε ανάμεσα από τον κόσμο χωρίς να χύσεις ούτε μία
σταγόνα. Μετά μπορείς να φύγεις».
«Γέροντα Παΐσιε, μαθαίνω γιά την
ταλαιπωρία των δικών μου και αναρωτιέμαι εάν θα τελειώσουν ποτέ τα βάσανά τους...».
Και ο Άγιος απάντησε ως εξής:
«Κάνε υπομονή, αδελφή μου, και μη
χάνεις την ελπίδα σου στον Θεό. Όπως κατάλαβα, από όλες τις δοκιμασίες που
περνούν οι δικοί σου, ο Θεός σας αγαπάει και επιτρέπει όλες αυτές τις
δοκιμασίες γιά ένα “λαμπικάρισμα” πνευματικό, ολόκληρης της οικογένειας! Εάν
εξετάσουμε κοσμικά τις δοκιμασίες της οικογένειάς σου, φαίνεσθε δυστυχισμένοι.
Εάν όμως τις εξετάσουμε πνευματικά, είσθε ευτυχισμένοι, και στην άλλη ζωή
θα σας ζηλεύουν όσοι θεωρούνται σε τούτη την ζωή ευτυχισμένοι! Με αυτόν τον
τρόπο ασκούνται και οι γονείς σου, μιά που τον αρχοντικό τρόπο, τον πνευματικό,
δεν τον γνωρίζουν ή δεν τον καταλαβαίνουν. Πάντως, κρύβεται ένα μυστήριο
στις δοκιμασίες του σπιτιού σου, αλλά και σε ωρισμένα άλλα σπίτια, ενώ γίνεται
τόση προσευχή! “Τίς οίδε τα κρίματα του Θεού;”. Ο Θεός να βάλη το Χέρι Του
και να δώση αίσιο τέλος, όπως κρίνει Εκείνος, στις δοκιμασίες»!
«Γέροντα, δεν γίνεται οι άνθρωποι
να συνέλθουν με άλλον τρόπο και όχι με κάποια δοκιμασία;».
Κάποιος νέος, εκπαιδευόταν σε Σχολή
εφέδρων Αξιωματικών, αλλά αναζητούσε τον τρόπο να εγκαταλείψει την Σχολή του
και να γίνει απλός στρατιώτης, διότι αντιμετώπιζε, όπως έλεγε, «μεγάλες
δυσκολίες»…
Ο νέος επισκέφθηκε τον πατέρα
Επιφάνιο και τον ενημέρωσε περί του ότι, ήθελε να φύγει από την Σχολή.
Ο Γέροντας, αφού μάταια του
συνιστούσε υπομονή, στο τέλος του λέει:
Όταν κάποτε ασκήτευε ο αββάς Σιλουανός στο όρος Σινά, ο μαθητής του Ζαχαρίας καθώς έφευγε γιά κάποιο διακόνημα, λέγει στον γέροντά του: «Άφησε αββά να τρέξει νερό και πότισε τον κήπο». Και εκείνος εβγήκε να ποτίσει έχοντας σκεπασμένο το πρόσωπό του με κουκούλα και έβλεπε μόνο εκεί που πατούσε. Εκείνη την ώρα τον συνάντησε ένας αδελφός και, όταν τον είδε από μακριά, κατάλαβε τί έκανε.
Μία ημέρα, ήταν ξαπλωμένος ο
Άγιος Πορφύριος μέσα στην παράγκα του και ένας ηλεκτρολόγος έφτιαχνε τα ηλεκτρικά
σ’ αυτήν. Έξω περίμενε πολύς κόσμος, γιά να πάρει την ευχή του και να ακούσει τις
συμβουλές του.
Σε μία στιγμή ερωτά ο
ηλεκτρολόγος τον γέροντα:
«Καλά, γέροντα, τί θέλει όλος
αυτός ο κόσμος, που περιμένει απ' έξω, από ένα γέροντα σαν και εσένα;».
<< Έδιωξες την στεφανωμένη
γυναίκα σου και πήρες μία άλλη, με την οποία ζεις χωρίςναέχετεπαντρευθή...Καιαναρωτιέσαι,τίκακόέκανες.Και παραξενεύεσαι γιατί
οι γείτονές σου ξεσηκώνονται εναντίον σου. Και ακόμα παραξενεύεσαι γιατί η εξουσία
σε ταλαιπωρεί και σε τιμωρεί.
Η μία αμαρτία σου έγκειται στο
ότι έδιωξες τη νόμιμη σύζυγο, ενώ η άλλη στο ότι συζείς παράνομα. Διπλά
καταπάτησες τον Νόμο του Δημιουργού σου, γι’ αυτό οι γείτονές σου ξεσηκώνονται
εναντίον σου και γι’ αυτό η κρατική εξουσία σε κυνηγά. Αυτό, δεν θα ήταν
αμαρτία γιά τα ζώα, αφού γι’ αυτά ο Δημιουργός δεν ώρισε τον νόμο, όπως γιά
τους ανθρώπους. Αλλά γιά τους ανθρώπους είναι αμαρτία!!
Εσύ βρίσκεις τη δικαιολογία γιά
τον εαυτό σου στο ότι, έτσι έκαναν και κάποιοι άλλοι. Ναι, είναι αλήθεια, ότι
το έκαναν και άλλοι. Όμως, ποτέ έναν παραβάτη του νόμου δεν τον δικαιολογούσε,
το ότι πριν απ’ αυτόν ήταν και κάποιοι άλλοι παράνομοι!
Ο γέροντας Αθανάσιος Χαμακιώτης,
έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη στα παιδιά και στους νέους. Φερόταν με πολλή στοργή και
γλυκύτητα. Στο κελλί του είχε μία φοντανιέρα, γεμάτη καραμέλες, γιά να φιλεύει
τα παιδάκια. Έτσι δημιουργούσε ευχάριστο περιβάλλον και τα παιδιά ένοιωθαν σαν
στο σπίτι τους.
Όταν περνούσε από κάποιες
γειτονιές, τα παιδιά τον αναγνώριζαν. Άφηναν το παιχνίδι κι έτρεχαν κοντά του
φωνάζοντας:
<<Μιά φορά και έναν καιρό,
ζούσε στην αυλή ενός χωριάτικου σπιτιού μία χελώνα, που είχε έναν μεγάλο καϋμό.
Ήθελε να πετάξει στον ουρανό όπως τα πουλιά.
«Τί κατάρα είναι αυτή…», έλεγε
κάθε τόσο αναστενάζοντας. «Σέρνω μέρα και νύκτα αυτό το βαρύ καβούκι και είμαι
καρφωμένη πάνω στη γη. Αχ, να 'μουνα και εγώ ένα πουλάκι, να είχα πτερά και να
πετούσα… Πώς ζηλεύω τις πάπιες της αυλής που όταν θέλουν πετούν και βλέπουν τον
κόσμο από ψηλά…».
Μία ημέρα δύο πάπιες άκουσαν το
παράπονο της και τη λυπήθηκαν.
«Θέλεις στ' αλήθεια να πετάξεις,
κυρά-χελώνα;», την ερώτησαν.
Κάποιοι Φαρασιώτες διηγήθηκαν το
εξής περιστατικό γιά τον Άγιο Αρσένιο:
<<Δύο Σέχοι (αρχηγοί
Μουσουλμανικών φυλών και μάγοι) από το Χατζή-Πεχτές, επισκέφθηκαν τον πατέρα
Αρσένιο. Ο πατήρ τους δέχθηκε και τους έφτιαξε και καφέ. Οι Σέχοι όμως άρχισαν
τις ανόητες και ζαλισμένες ερωτήσεις, που έφερναν μόνον πονοκέφαλο.
Τότε ο πατήρ, γιά να τους
ξεφορτωθή, τους είπε:
«Δεν μπορώ να σας ακούω άλλο,
διότι πονάει το κεφάλι μου».
Εκείνοι όμως δεν κατάλαβαν, και
είπε ο ένας στον Πατέρα Αρσένιο:
<<Και τα όρη και τα βουνά και τα δένδρα και η
θάλασσα και τα ψάρια, όλα υμνολογούν τον Θεόν!
Αλλά εμείς, επειδή έχουμε αμαυρώσει το νοερόν της
ψυχής μας, λίγο το καταλαβαίνουμε... Όσο καθαρίζεσαι μέσα σου, τόσο περισσότερο
λαμβάνεις έναν φωτισμό, λαμβάνεις μία αίσθηση, ότι κανένα κτίσμα του Θεού δεν
μένει αργό, αλλά όλα δοξολογούν τον Θεόν!
Η σημερινή μεγάλη ημέρα, αντιστοιχεί εις την Αγία και Μεγάλη Παρασκευή! Η Αγία Ορθόδοξος Εκκλησία μας σοφά ώρισε σαράντα ημέρες μετά την Μεταμόρφωσιν να εορτάζεται η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού!
Είπε κάποιος προσκυνητής στον
Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη:
«Γέροντα Παΐσιε, το σταυρουδάκι
που μου δώσατε, το φορώ συνέχεια και με βοηθάει στις δυσκολίες».
Και ο Άγιος απάντησε ως εξής:
«Να, τέτοια σταυρουδάκια είναι οι
δικοί μας σταυροί, σαν αυτά που κρεμούμε στον λαιμό μας και μας προστατεύουν
στην ζωή μας. Τί νομίζεις; Έχουμε μεγάλο Σταυρό εμείς; Μόνον ο Σταυρός του
Χριστού μας ήταν πολύ βαρύς!!! Διότι, ο Χριστός από αγάπη προς εμάς τους
ανθρώπους, δεν θέλησε να χρησιμοποιήση γιά τον Εαυτό Του την Θεϊκή Του Δύναμη!Και στην συνέχεια σηκώνει το βάρος των σταυρών
όλου του Κόσμου και μας ελαφρώνει από τους πόνους των δοκιμασιών με την Θεία
Του βοήθεια και με την γλυκειά Του παρηγοριά!
Μόνο στις Η.Π.Α.καθημερινά δολοφονούνται 2.363 αγέννητα
παιδιά…
Ας σκεφθούμε τον ασύλληπτο
αριθμό επί καθημερινής βάσεως φρικτών και εγκληματικών τέτοιων φόνωνσ’ ολόκληρη την Ανθρωπότητα…
Στην μικρή Πατρίδα μας, που το
φοβερώτερο πρόβλημα, αναγνωρισμένο από όλους, είναι η υπογεννητικότητα, που
ωδήγησε τις τελευταίες δεκαετίες στην τρομερή έκρηξη του Δημογραφικού
ζητήματος, συνεχίζουν να γίνωνται περί τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000)
εκτρώσεις τον χρόνο…
Και όλες αυτές οι εκατόμβες θυμάτων, που αριθμούν εκατομμύρια αθώα παιδάκια, θεωρούνται από τις
πολιτισμένες ηγεσίες και τα τσιράκια τους, ως… πρόοδος και επιτυχία…
Έχομε επανειλημμένως αναφερθή, από αυτή την μικρή και ταπεινή ιστοσελίδα, στο μείζον αυτό παγκόσμιο πρόβλημα
και επανερχόμεθα με ένα καταπληκτικό συγκριτικό πίνακα, όπως παρουσιάζεται στο videoπου προηγείται και αξίζει όλοι μετά προσοχής να παρακολουθήσωμε, έστω και εάν
κάποιοι δεν είμασθε αγγλομαθείς, διότι τα αριθμητικά στοιχεία που παρατίθενται
είναι αδιαμφισβήτητα και συγχρόνως ανατριχιαστικά, αλλά μπορούν γιά τους
καλοπροαιρέτους να μετατραπούν σε αφυπνιστικές σάλπιγγες.
Ευχόμεθα καλή, προσεκτική και
συνειδητή παρακολούθηση.
Δύο αδέλφια, επήγαν γιά πρώτη
φορά στο Κελλί του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου και δεν έφαγαν το λουκούμι ούτε
ήπιαν το νερό που είχε ο γέροντας Παΐσιος γιά τους προσκυνητές, έξω από το
κελλί του.
Όταν το είδε αυτό ο Άγιος
Παΐσιος, ερώτησε τα αδέλφια, γιατί δεν έφαγαν το λουκούμι, και εκείνα
απάντησαν:
«Θέλαμε πάτερ, πρώτα να
προσκυνήσουμε στο Εκκλησάκι σας και έπειτα να φάμε το λουκούμι».