Κάποιος ερώτησε τον γέροντα Επιφάνιο:
«Πού είναι η αγάπη του Θεού, αφού αφήνει και πεθαίνουν και μικρά παιδιά;»
Ο γέρων π. Επιφάνιος, απάντησε ως εξής:
Κάποιος ερώτησε τον γέροντα Επιφάνιο:
«Πού είναι η αγάπη του Θεού, αφού αφήνει και πεθαίνουν και μικρά παιδιά;»
Ο γέρων π. Επιφάνιος, απάντησε ως εξής:
Διηγείται μία μητέρα:
«Κάποια φορά στην εξομολόγηση είπα στον πατέρα Επιφάνιο:
“Ανησυχώ πολύ γιά τα παιδιά μου, μήπως πάθουν τίποτε, μήπως τους συμβή κάτι κακό. Βάζω χίλια-δυό με το μυαλό μου”.
Η απάντηση του π. Επιφανίου προς την μητέρα, ήλθε ταχύτατα, σε έντονο ύφος και συγχρόνως συγκλονιστική:
<<…όπως είναι φυσικό, η νοσταλγία των ανθρώπων τέτοιες χρονιάρες μέρες ταξιδεύει με το γρήγορο τρένο της φαντασίας σε χιονισμένα χωριουδάκια με ευτυχισμένα σπιτικά, με τ' αναμμένα τους τζάκια να σκορπούν σπιτίσια θαλπωρή, και τα γελαστά πρόσωπα των παιδιών, πίσω από τ' αχνισμένα τζάμια, ανακατεμένα με τα ροδοκόκκινα μάγουλα των χάρτινων αγγέλων που τα τριγυρίζουν. Και όλα να βλέπουν προς το καμπαναριό. Πότε θα σημάνει αξημέρωτα η καμπάνα γιά τη Χριστουγεννιάτικη Λειτουργία!
Φέτος, όμως, πάγωσε η θαλπωρή! Το τζάκι βράχηκε, και έσβησε από ένα βρώμικο χιόνι ματωμένο, που το κουβαλούν χαιρέκακα τα διαβολάκια της Κατοχής και της στέρησης. Κι ο κόσμος, παγωμένος και τρομαγμένος, βυθίστηκε σ' έναν συναισθηματικό λήθαργο. Στο σπίτι των Κατσωναίων τα παιδιά μαζεύονταν νωρίτερα τώρα γύρω από την σόμπα, και άρχιζαν να διηγούνται Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες. Μερικές αληθινές από την καλή εποχή, αλλά οι περισσότερες φανταστικές. Πολλά παραμύθια με Χριστουγεννιάτικο περιεχόμενο, αλλά και τραγούδια. Κάμποσα βράδια, ευρισκόταν ανάμεσά τους κι ο Θεόφιλος (ορφανός, φίλος του Γιωργάκη). Απόψε, προπαραμονή των Χριστουγέννων, ο Γιωργάκης παρακαλούσε από νωρίς, ν' ακούσει να λένε γιά μιά ακόμη φορά «πώς γεννήθηκε ο Χριστός».
Παρακάλια και προς τη μητέρα του:
«Πέστε μας απόψε το παραμύθι, που μας ετοιμάσατε γιά τα Χριστούγεννα».
«Μην είστε τόσο ανυπόμονοι! Όλα στον καιρό τους», απαντούσε η μητέρα.
«Πέστε το απόψε, καλέ μαμά», επέμενε ο Γιωργάκης.
«Απόψε, καλέ μαμά», επανέλαβε σιγανά χαμογελώντας και ο Θεόφιλος.
«Λοιπόν, αφού επιμένετε τόσο, θα σας το πω απόψε».
«Πολύ ωραία, μαμά», φώναξε ενθουσιασμένος ο Γιωργάκης.
«Πολύ ωραία, μαμά», επανέλαβε χαμογελώντας πάντα και ο Θεόφιλος.
Tης Δωρηθείσης επί γης Ειρήνης, υπό του Επουρανίου Πατρός, καλούμεθα άπαντες να μετάσχωμεν!
Επιπολαίως σκεπτόμενοι νομίζομεν ότι, η Ειρήνη αυτή έχει σχέσιν με την κοσμικήν «ειρήνην» καί τινες μάλιστα, υπερφιάλως και υβριστικώς αντιδρώντες, ειρωνεύονται τον Δωρεοδότην... Πόσον απατώμεθα οι τάλανες..!
Έλεγαν γιά τον αββά Σεραπίωνα ότι, η ζωή του ήταν σαν ενός πουλιού.
Δεν απόκτησε ποτέ κανένα πράγμα του κόσμου αυτού, ούτε έμεινε σε κελλί, αλλά τυλιγμένος με ένα σεντόνι και κρατώντας ένα μικρό Ευαγγέλιο τριγυρνούσε σαν να μην είχε σώμα!
Πολλές φορές τον εύρισκαν στον δρόμο, να κλαίει γοερά, και τον ερωτούσαν:
«Γέροντα, γιατί κλαις έτσι;».
Και εκείνος τους απαντούσε:
Κάποια ημέρα, ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς, ευρισκόταν σ’ ένα από τα αγαπημένα του εξωκκλήσια, γιά να λειτουργήσει. Παρατήρησε πως δεν υπήρχε κανένα πρόσφορο. Δεν ταράχθηκε όμως και προτίμησε να περιμένει, με τη βεβαιότητα ότι, σύντομα κάποιο πρόσφορο θα ευρισκόταν. Άλλωστε τόσα χρόνια, όσες φορές είχε συμβή να μην έχει πρόσφορο, πάντα την κατάλληλη στιγμή, κάποιος θα έφερνε, ή αν έπρεπε, κάποιος από το εκκλησίασμα πήγαινε σε κοντινό φούρνο και αγόραζε ένα. Εκείνη την ημέρα όμως τα πράγματα δυσκόλευαν…
Η ώρα περνούσε και κανένας δεν έφερνε πρόσφορο. Έψαξε καλά στα ράφια του Ιερού, μήπως και υπήρχε κάποιο από προηγούμενη φορά, μα δε ευρήκε τίποτε. Τότε έκανε νόημα σε δύο πνευματικά του παιδιά, να πλησιάσουν στο Ιερό, και τους ζήτησε να πάνε γρήγορα στο φούρνο και να ζητήσουν πρόσφορο. Εάν δεν εύρισκαν, να ζητούσαν από κάποιες ενορίτισσες, που πάντα φρόντιζαν και είχαν.
Ένας αδελφός, προχωρημένος στην πνευματική ζωή, την ώρα που έκαμνε τον κανόνα του μαζί με τον συνασκητή του, του ήταν αδύνατο να συγκρατήσει τα δάκρυά του και τότε, σταματούσε να λέει τον ψαλμό.
Μιά φορά ο συνασκητής του, τον παρακάλεσε να του πει τί σκέπτεται την ώρα του κανόνα και κλαίει τόσο πικρά.
Αυτός του είπε:
«Ήλθε στο κελλί μου ένας Καθηγητής Πανεπιστημίου και παραπονιόταν για κάποια προβλήματα που είχε. Και εγώ του είπα:
“Κύριε Καθηγητά, αυτά τα προβλήματα τα έχεις από την κοιλιά της μητέρας σου”.
Ο καθηγητής δάκρυσε και άρχισε να κλαίει.
Και του λέω:
“Εσύ, ένας Καθηγητής Πανεπιστημίου, να κλαις;”.
Ένας σοφός Βασιλέας βασανιζόταν από μία σκέψη:
«Ποιό είναι άραγε, το μεγαλύτερο πάθος στον άνθρωπο;». Πάντα, λοιπόν, κατέληγε σε δύο πάθη, στον φθόνο και στην πλεονεξία. Θέλησε, κατόπιν, να κάνει ένα «πείραμα», με σκοπό να διαπιστώσει ποιό από τα δύο είναι χειρότερο.
Καλεί στην στιγμή ένα δούλο του, που ήταν ονομαστός γιά την πλεονεξία και κάποιον άλλο δούλο, που ήταν γνωστός γιά τον φθόνο του και τους λέει:
«Είμαι πολύ ευχαριστημένος μαζί σας, και είμαι διατεθειμένος να σας δώσω ό,τι θέλετε, ό,τι μου ζητήσετε, με τη διαφορά ότι, αυτό που θα ζητήσει ο πρώτος, θα το δώσω διπλάσιο στον δεύτερο».
<<Κάποτε, μάζευα αμύγδαλα στην περιοχή μας, και πέρασε ένα αεροπλάνο, επειδή το μέρος μας είναι μεταξύ δύο βουνών· ένα βουνό εδώ και άλλο εκεί, και είμασθε στη χαράδρα. Ο βόμβος του αεροπλάνου, ερχόταν σαν μελωδία, σαν μουσική, να πούμε. Έφυγε η ψυχή μου, αμέσως, απότομα! Έφυγε η ψυχή μου προς υπάντησιν του Νυμφίου, όπως λέει στον Απόστολο: «Ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι, ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θεσσαλ. Δ’17΄)!!!
"Στου Γηροκομείου την αυλή, πάνω σ’ ένα παγκάκι,
κάθεται ολομόναχο, θλιμμένο γεροντάκι.
Σκέφτεται όσα έκανε όλα αυτά τα χρόνια
και βλέπει πώς κατάντησε σ’ αυτή την καταφρόνια.
Ευτυχισμένοι ζούσανε αυτός και η φαμελιά του,
η όμορφη γυναίκα του, τα δύο τα παιδιά του.
Αυτός και η γυναίκα του συνέχεια στην δουλειά,
θέλανε τα παιδάκια τους, να ζήσουνε καλά.
Ιερομόναχος …:
«Εγώ, Γέροντα, ήμουνα είκοσι χρόνια απλός μοναχός. Και είναι αλήθεια, ότι όταν έγινα ιερεύς, δυσκολεύθηκα πολύ, δεν μπορούσα να συνηθίσω ότι ήμουνα ιερεύς. Από την επομένη ημέρα που έγινα παπάς, με πολέμησε ο διάβολος με λογισμούς, με αγωνία, με φόβο, με πάλεψε πολύ με αυτά…»
Ένας αδελφός, ερώτησε τον αββά Μακάριο τον Μέγα, σχετικά με την τελειότητα. Και απάντησε ο Γέροντας τα εξής:
«Δεν μπορεί να είναι κανείς τέλειος, εάν δεν αποκτήσει ταπείνωση μεγάλη στην καρδιά και στο σώμα, εάν δεν μάθη δηλαδή:
Να μην υπολογίζει τον εαυτό του σε καμιά περίπτωση, αλλά να προτιμά να βάζει ταπεινά τον εαυτό του χαμηλότερα απ’ όλη την Κτίση, να μην κρίνει διόλου κάποιον, παρά μόνο τον εαυτό του, να υπομένει την καταφρόνια και να αποστρέφεται ολόψυχα κάθε κακία.
«Όταν ενθυμούμαι τον θάνατον, καταπατώ την αλαζονεία μου και κατανοώ ότι, δεν είμαι τίποτε»!!
Άγιος Δανιήλ Κατουνακιώτης (1846-1929).
«Ο άνδρας, αδελφοί μου, εγέννησε την γυναίκα από την πλευρά του, χωρίς γυναίκα, και μετά πάλιν έγινε γερός. Εδανείσθη η γυναίκα την πλευράν από τον άνδρα και την εχρωστούσε. Εγεννήθησαν ωσάν τα άστρα του ουρανού γυναίκες εις τον Κόσμον, αλλά δεν εφάνη καμμία αξία να γεννήση άνδρα, να πληρώση την πλευράν οπού εχρεωστούσε, παρά η Δέσποινα Θεοτόκος, οπού ηξιώθη διά την καθαρότητά Της και εγέννησε τον γλυκύτατον Χριστόν εκ Πνεύματος Αγίου, χωρίς άνδρα, παρθένος, και πάλιν έμεινε παρθένος, και επλήρωσεν Εκείνη την πλευράν του Αδάμ!
Μία μητέρα, θέλησε κάποτε να διδάξει στο παιδί της ότι, ο κακός φίλος μπορεί να συμπαρασύρει, πολλές φορές, ακόμα και μία ολόκληρη παρέα στο κακό.
Γιά το σκοπό αυτό, τοποθέτησε στο κοφίνι με τα λαχταριστά μήλα, τα οποία λάτρευε ο γιός της και γευόταν καθημερινά, ένα και μοναδικό σάπιο μήλο. Το αποτέλεσμα ήταν, μετά από λίγο, να αρχίσουν να σαπίζουν, ένα προς ένα, όλα τα υπόλοιπα όμορφα και λαχταριστά μήλα. Ο γιός τότε, με απορία, λέει στην μητέρα του:
ΙΩΣΗΦΙΝΑ ΤΣΟΡΜΠΑΝΤΖΙΔΟΥ (1980-2006)
Η Ιωσηφίνα γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1980, ημέρα που η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη του Οσίου Νικολάου του Πλανά, του οποίου πολύ αγαπούσε να διαβάζει τον βίο.
Κατά την βάπτισή της πήρε το όνομα του μνήστορος Ιωσήφ. Από την ηλικία των τριάμισι ετών, άρχισαν να εκδηλώνονται τα συμπτώματα της ασθενείας «Μυοδυστροφία» με τα ακόλουθα αποτελέσματα: Έπεφτε πολύ εύκολα κάτω, δεν μπορούσε να ανέβη σκάλες, ένα πετραδάκι που ευρίσκετο στα πόδια της ήταν ικανό να την ρίξει κάτω. Και όμως, ποτέ δεν έκλαιγε όταν έπεφτε! Σχεδόν πάντα, κατά την πτώση, χτυπούσε πρώτα τα γόνατα και αμέσως μετά το κεφάλι της, γιατί ήταν βαρύ και δεν μπορούσε να το συγκρατήσει.
Στην ηλικία των πεντέμισι ετών, σταμάτησε να περπατάει. Έτσι, σαν παιδί, δεν έτρεξε, δεν έπαιξε μ’ άλλα παιδιά, και όμως από μικρή είχε μία πηγαία καλωσύνη και ένα αυθόρμητο χαμόγελο!
Στο Δημοτικό σχολείο, την πήγαινε η μητέρα της σχεδόν αγκαλιά στις πρώτες τάξεις. Μετά συνέχισε Γυμνάσιο στο ΕΛΕΠΑΑΠ (Ελληνική Εταιρεία Προστασίας και Αποκαταστάσεως Αναπήρων Παίδων) και συνέχισε σε Νυκτερινό Λύκειο. Αναπηρικό καρότσι χρησιμοποιούσε, από την ηλικία των δώδεκα ετών. Όταν διάβαζε, γυρνούσε τις σελίδες των βιβλίων μ’ ένα μολύβι. Όταν καθόταν στο καρότσι, ακουμπούσε το κεφάλι της σε μιά προέκταση που υπήρχε πίσω από την πλάτη της, επειδή το κεφάλι της ήταν βαρύ και επειδή είχε μία κλίση προς τα πίσω. Όταν της έφερναν το σώμα της μπροστά, γιά να ξεκουράζεται, αυτό στηριζόταν σε μία ζώνη.
Να πώς την θυμάται μία καθηγήτρια της από το Λύκειο:
«Συνάντησα την Ιωσηφίνα στην Α’ Λυκείου. Πάντα, ήταν με ένα καλό λόγο γιά όλους, με απέραντη καλωσύνη και ένα γλυκό χαμόγελο. Μπορούσε να γράφει, μόλις μετά βίας σέρνοντας το χεράκι της. Ποτέ όμως δεν επικαλέσθηκε την φυσική της αδυναμία, γιά να αποφύγει τις σχολικές της υποχρεώσεις. Πάντα διαβασμένη, πρώτη μαθήτρια, χωρίς να της χαρίζεται τίποτε! Οι συμμαθητές της την λάτρευαν, το ίδιο και οι Καθηγητές της. Όταν την ερωτούσες, “τί κάνεις;”, η απάντηση ήταν: “Δόξα τω Θεώ, πολύ καλά!”. Την ίδια απάντηση μου έδωσε, και μία ημέρα πριν από το τέλος της, στο Νοσοκομείο»!
Μετά το Λύκειο, συνέχισε στην Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., από όπου επήρε πτυχίο με άριστα και λόγω του ότι ετελείωσε πρώτη, είπε αυτή τον όρκο στις 12/12/2003!
<<Είχα μία εξαδέλφη, της οποίας «έπαθε το μυαλό» και υπέφερε...
Έτσι ήταν γιά τουλάχιστον είκοσι χρόνια, μέχρι που κοιμήθηκε.
Πιστεύσατέ με· την είδα μέσα στα Τάγματα των Αγγέλων· μαζί με τους Αγγέλους υμνολογούσε την Αγία Τριάδα!!
«Η συνήθεια αποτελεί τον καλλίτερον υπηρέτην και το χειρότερο αφεντικό»!!
Δημόκριτος (περ.460 - περ.360 π.Χ.)
1. Δεν είναι μικρός ο
αγώνας που χρειάζεται, γιά να συντρίψωμε το θάνατο. Λέει βέβαια ο Κύριος: «Η Βασιλεία
του Θεού είναι μέσα σας», ευρίσκεται όμως και ο θάνατος μέσα μας, και μας
πολεμάει και μας αιχμαλωτίζει. Αν νικήσωμε σ’ αυτόν τον πόλεμο, θα φύγει κάθε
πόνος, λύπη και στεναγμός, και η έρημος καρδιά θα γεμίσει πηγές υδάτων. Ο
Προφήτης μάς πληροφορεί: «Εγώ θα δώσω νερά σ’ εκείνους, που βαδίζουν στην
κατάξερη έρημο και διψούνε». Και ο Ίδιος ο Κύριος μας λέει: «Όποιος πίνει από τα
νερά, που Εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει στον αιώνα»!!
Όταν ο αββάς Αντώνιος ασκήτευε στην έρημο, έπεσε κάποτε σε ακηδία και σε μεγάλη σύγχυση των λογισμών του, και έλεγε στον Θεόν:
«Κύριε, θέλω να σωθώ, αλλά δεν μ᾿ αφήνουν οι λογισμοί μου. Τί να κάνω με τη θλίψη μου αυτή; Πώς να σωθώ;».
Κάποια στιγμή, λοιπόν, εβγήκε λίγο προς τα έξω και βλέπει κάποιον σαν τον εαυτό του, να κάθεται και να κάνει εργόχειρο. Μετά από λίγο, άφηνε το εργόχειρο, σηκωνόταν και προσευχόταν, και ξανά καθόταν και συνέχιζε να πλέκει το καλάθι του. Ύστερα πάλι σηκωνόταν γιά προσευχή.
Διήγηση του γέροντα Αρσενίου του Σπηλαιώτου (1886-1983), σχετικά με την δύναμη της προσευχής του Οσίου γέροντα Εφραίμ του Κατουνακιώτου (1912-1998):
<<Τα πρώτα χρόνια που γνωρίσαμε τον παπά-Εφραίμ, αγωνιζόταν με πολύ ζήλο στην προσευχή! Μία βραδιά, μάλιστα, έπεσε στο κρεββάτι να ξεκουρασθή λίγο και μετά να σηκωθή γιά αγρυπνία. Οι δαίμονες, οι οποίοι είχαν πολύ φθόνο μέσα τους, αφού η προσευχή του παπά-Εφραίμ ήταν φωτιά, ήλθαν (ολόκληρη λεγεώνα), έξω από το κελλί του και άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί με μία φωνή: «Πόλεμος–πόλεμος…». Νόμιζαν ότι θα τρομάξει.
«Όσοι θέλομε να φύγωμε από την Αίγυπτο (των παθών) και να ελευθερωθούμε από την τυραννία του (νοητού) Φαραώ, έχομε οπωσδήποτε ανάγκη ενός Μωϋσέως, ο οποίος θα είναι μεσίτης μας προς τον Θεόν και οδηγός μας μετά τον Θεόν. Αυτός θα ίσταται μεταξύ της πράξεως και της θεωρίας, και θα υψώνη προς χάριν μας τα χέρια του προς τον Θεόν! Έτσι, καθοδηγούμενοι από αυτόν, θα επιτύχωμε να διαβούμε την θάλασσα των αμαρτημάτων και θα κατατροπώσωμε τον Αμαλήκ των παθών. Εκείνοι που εστηρίχθηκαν στις ιδικές τους δυνάμεις και ενόμισαν πως δεν έχουν ανάγκη από κανέναν οδηγό, οπωσδήποτε απατήθηκαν...
Μία πλούσια κυρία, πνευματικό τέκνο του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου, είχε έναν γιό, ο οποίος δεν πίστευε στον Κύριο. Ο νεαρός αυτός, αγαπούσε πολύ μία κοπέλα, αλλά η μητέρα του δεν την ήθελε. Ερώτησε λοιπόν η μητέρα, τον Γέροντα Πορφύριο, τί γνώμη είχε εκείνος. Ο Γέροντας συμφώνησε με την μητέρα, ότι η κοπέλα αυτή δεν κάνει γιά τον νεαρό, και πρότεινε να ζητήσει στον γιό της να τον επισκεφθή.
Ο γιός όμως, δεν ήθελε να δει τον Γέροντα, ενώ είπε στους γονείς του, ότι θα πήγαινε μαζί με την κοπέλα ένα ταξίδι στην Αγγλία και ότι εκεί θα την αρραβωνιαζόταν. Η μητέρα τότε είπε, ότι θα συμφωνήσει, με την προϋπόθεση ότι όταν θα είναι στην Αγγλία (και πριν πει κάτι στην κοπέλα γιά αρραβωνιάσματα), να πάρει τηλέφωνο τον Γέροντα Πορφύριο και να ζητήσει την ευχή του. Ο νεαρός συμφώνησε και έτσι έκανε.